Διήγημα στο Deity.gr

 

 

Για πρώτη φορά δεν είμαι μόνος, για πρώτη φορά κι άλλοι άνθρωποι μοιράζονται την αρρώστια μου. Μόνο που σε αυτόν τον κόσμο, το να είσαι υγιής σημαίνει να έχεις την αρρώστια μου.

 

Κοιτάω ψηλά και το μόνο που βλέπω είναι ένα ατελείωτο γαλάζιο. Κάτι μου θυμίζει. Εκείνον. Κοιτάω γύρω μου. Μια αστεία τελετή. -Συλλυπητήρια, ζωή σε σας. Μια φωνή διακόπτει τις σκέψεις μου.

 

Κόσμος έχει μαζευτεί στην κεντρική πλατεία της πόλης. Προσπαθεί να συνεννοηθεί, αλλά οι φωνές μπλέκονται μεταξύ τους αξεδιάλυτα σαν πλοκάμια χταποδιού.

 

«Όνομα: Ακριβή, μια Ακριβή που πληρώνει τα λάθη της ακριβά. Επώνυμο: Διαλεκτάκη, αν και εκ του αποτελέσματος φάνηκε πως δεν ήξερε τι πάει να πει «διαλέγω».Βραβευμένο στον Πανελλήνιο Λογοτεχνικό διαγωνισμό του Συνδέσμου Φιλολόγων Ν.Χανίων.

 

Ο Βασίλης είναι τριάντα δύο χρονών και η περίπτωσή του ανίατη. Η εμμονή του με τα σταυρόλεξα αγγίζει τα όρια της ψυχικής ασθένειας, όμως ο ίδιος το θεωρεί δημιουργική απασχόληση.

 

Όχι, δεν ήταν αυτός ο άντρας που είχε ερωτευτεί το 1970 στη Νομική. Αυτός είχε μακριά μαλλιά και άκουγε Ντύλαν. Βραβευμένο στον Πανελλήνιο Λογοτεχνικό διαγωνισμό του Συνδέσμου Φιλολόγων Ν.Χανίων.

 

Ζούσε κάποτε, κάπου, ένας νέος άνθρωπος με μεγάλη περιουσία. Με τα χρήματά του μπορούσε να αποκτήσει τα πάντα. Πεζό θα ονομάσουμε αυτόν τον άνθρωπο που του έλειπε η φαντασία και η ζωή του ήταν γεμάτη από πλούσιες αλλά μονότονες ημέρες.

 

Δεν καταλάβαινα γιατί ο μπαμπάς μου δεν ήταν όπως στις διαφημίσεις. Χαμογελαστός και με διάθεση να παίζει πάντα μαζί μου. Δεν ήταν ούτε καν σαν τον κύριο Μιχάλη, τον μπαμπά της Κατερίνας.

 

Ήρωες των παιδικών τους χρόνων ο Μάο και ο Στάλιν και φυσικά όταν μεγαλώσουν θέλουν να μοιάσουν στον Τσε Γκεβάρα.

 

Ονειρεύτηκε ότι είχε γεράσει. Τα μαλλιά και τα γένια του είχαν ασπρίσει. Από το σώμα του είχε εξαφανιστεί κάθε σημάδι νεότητας. Και ήταν μόνος.

 

Τα μάτια της, αν και ήταν 35 χρονών, φαινόταν κουρασμένα. Φόραγε ένα φόρεμα γραφείου και μαύρες λουστρίνι γόβες και κρατούσε τον χαρτοφύλακά της.

 

Ο Χρυσόστομος, παρά τα παράπονά του, έμενε πιστός οπαδός της βουκολικής ζωής. Και ίσως ενδόμυχα έψαχνε για ένα ειδύλλιο σαν αυτό του Τάσου με την Γκόλφω.

 

«Δεν μπορώ να σας το περιγράψω με λόγια αυτό που έγινε. Ήταν τρομακτικό. Μακάρι να ήσασταν εκεί να τους βλέπατε και εσείς. Τότε δεν θα δυσκολευόσασταν να με πιστέψετε».

 

Μ' αγαπά, δε μ' αγαπά… Θεούλη μου, Μ' ΑΓΑΠΑ!!!!. Έτσι της είπε απόψε το τελευταίο πέταλο κι έπειτα το πήρε ο αέρας και το ’ριξε στο χώμα.

 

Όταν επιθυμείς κάτι διακαώς, το μόνο που σκέφτεσαι είναι πώς θα το αποκτήσεις. Συνήθως δεν υπάρχει μετά, είναι κάτι σαν αυτοσκοπός.

 

Στην πολιτεία που δεν είχε Χριστούγεννα, οι παλιότεροι κάποτε γιόρταζαν τα Χριστούγεννα. Τα παιδιά δεν ήξεραν καν τι σημαίνει αυτή η γιορτή. Τη νύχτα που κάποτε την έλεγαν παραμονή Χριστουγέννων, η γιαγιά άνοιξε ένα βιβλίο διαφορετικό..

 

Ένας συγγραφέας πίνει τον καφέ του στο σαλόνι ενός ξενοδοχείου παρατηρώντας αμέτοχος τους θαμώνες, ώσπου μια γοητευτική και μυστηριώδης γυναικεία παρουσία ακινητοποιεί το βλέμμα του. Μια ρομαντική ιστορία ανακατεμένη με τη μυρωδιά του καφέ και του καπνού.

 

Εγώ που λέτε, είχα μαγαζί με τα όλα του. Το έκλεισα, γιατί δεν έβγαινα. Χρώσταγα παντού! Πήρα το πρώτο πλοίο από το λιμάνι και τράβηξα για Κρήτη.

 

Ένας άνθρωπος σηκώθηκε το πρωί, όπως κάθε μέρα, για να πάει στην εργασία του. Η ώρα είχε πάει κιόλας επτά και μισή, ήταν έτοιμος να πάρει το πρωινό του και να φύγει.

 

Στα τριάντα οχτώ του χρόνια, ο Πέτρος, ήταν επιτυχημένος χρηματιστής. Αφιέρωνε όλο το χρόνο του στη δουλειά και όλα τα άλλα έρχονταν μετά.

 

Και συνεχώς βγαίνουν φύλλα· και πέφτουν, και ταξιδεύουν. Κάποια σαπίζουν· κάποια στολίζουν...

 

Η φυσική απόσταση μεταξύ εκείνης και εκείνου ήταν κάτι παραπάνω από τέσσερα μέτρα, όσο το σαλόνι από το γραφείο. Η πραγματική απόσταση μεταξύ τους ήταν ίση με τέσσερα χρόνια ακριβώς.

 

Όλοι έλεγαν πως γεννήθηκα χοντρή, ένα υπερβολικά παχουλό μωρό που δυσκόλεψε τη μαμά του στη γέννα. Παρόλα αυτά ήμουν ένα χαριτωμένο μωρό. «Θα μεγαλώσει και θα στρώσει», έλεγαν. Ως ελπίδα, αποδείχτηκε μάταιη. Τιμητική διάκριση στο Λασκαρίδειο διαγωνισμό διηγήματος του Λυκείου Ελληνίδων το 2005.

 

Ο Σαίξπηρ έβαλε τον τραγικό ήρωα Άμλετ να θέτει το ερώτημα: να ζει κανείς ή να μην ζει. Στην πραγματικότητα αυτό που με δυναστεύει εμένα είναι το δίπολο, του Έρωτα και του Θανάτου!

 

  • Μπλε - Χάρης Γαντζούδης

Ο Τάκης έψαχνε για το βιβλίο «Το κοράκι – Η φιλοσοφία της σύνθεσης» του Ε.Α. Πόε. Ήθελε να ανακαλύψει τα μυστικά που χάρισαν στο ποίημα αυτό την αιωνιότητα.

 

Το μόνο που άκουγα στον πορτοκαλαιώνα ήταν το θρόισμα των φύλλων. Έτσι μεγάλωσα. Νόμιζα πως ο ήχος είναι ένας, ενικός αριθμός και βρέθηκα ξαφνικά στη μέση του πληθυντικού.

 

Ήθελε να πιει σαν τρελός, αλλά δεν έκανε καμία κίνηση να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι και να συρθεί μέχρι το σαλόνι, όπου υπήρχαν ακόμη δυο-τρία μισοάδεια μπουκάλια.

 

Είχα ορκιστεί πως δε θα παντρευτώ, και να που οδεύω προς την εκκλησία. Θα μου πείτε, σε υποχρέωσε κανείς; Χωρίς αμφιβολία, ακόμα και τώρα μπορώ να πατήσω πόδι και να αρνηθώ! Πώς αλλιώς όμως θα σωθούμε από την οικονομική καταστροφή;

 

Ο Μπίλιας ήταν αγαθός στο μυαλό, μα τον συμπαθούσα. Ήμασταν φίλοι από το σχολειό, μαζί στο θρανίο, μαζί και στο παιχνίδι. Η φύση δεν ήταν διόλου γενναιόδωρη μαζί του, καθώς ούτε με ιδιαίτερη ευφυΐα τον προίκισε, ούτε με ομορφιά. Μα ήταν ψυχούλα απ’ τις λίγες.

 

O Πολυχρόνης ήταν πάντα μπατίρης. Αλλά και τίμιος, καρδιά μάλαμα. Η κυρά Ευτέρπη, η κυρά του σπιτιού, σπούσε κάθε μέρα το κεφάλι πώς να γεμίσει το τσουκάλι ταπεινό φαΐ. Μια μέρα σκαρφίστηκε μπαγαποντιά.

 

«Μαμά, τι έγινε το Μάιο του 1968;» ρώταγα τη μάνα μου. «Τι έγινε;» ρωτούσε ξανά μηχανικά εκείνη, καθαρίζοντας πατάτες. «Πηγαίναμε στον κινηματόγραφο και βλέπαμε τη Βουγιουκλάκη»...Α' Βραβείο στο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό στη Μελβούρνη, 2010.

 

Μικρή, όταν με ρωτούσαν τι δουλειά έκανε ο πατέρας μου, εγώ ντρεπόμουν να απαντήσω. Προσπαθούσα να μηχανευτώ εντυπωσιακά επαγγέλματα, μάταια όμως. Στο τέλος, η αλήθεια έλαμπε.

 

Θυμάμαι την πρώτη φορά που βρέθηκα σε ένα γάμο απρόσκλητη. Περνούσα έξω από την εκκλησία, κοντοστάθηκα και κοίταξα τη νύφη. Δροσερή και ξένοιαστη, μου θύμισε τα χαμένα μου νιάτα.

 

Όταν πας για ύπνο σκέφτεσαι πως πρέπει να φύγεις απ’ αυτήν την εργατούπολη στην οποία έμειναν κολλημένοι εδώ και χρόνια οι γονείς σου. Με ένα συμβατικό σπίτι στο Μενίδι, μία συμβατική αγάπη και δύο παιδιά για τα οποία θυσιάστηκαν για να ζήσουν το δικό τους όνειρο.

 

Η ζωή της έμοιαζε με πραγματικό παραμύθι. Κυκλοφορούσε μόνο με αμάξια πολυτελείας και το προσωπικό της γιοτ. Ήταν το επίκεντρο της προσοχής όλων. Πώς να μην είναι!

 

Κανείς να σου πει "αγάπη μου, γύρισα", κανείς να σε αποκαλέσει μπαμπά, κανείς να σε συλλαβίσει παππού... Κανείς να σε φωνάξει...

 

Η γιαγιά μου ήταν γνωστή παραμυθατζού. Επίσης τρομερά τσιγκούνα. Και τέλος, φοβόταν και τον ίσκιο της. Οι ιστορίες της για το πώς έφυγαν το 1922 από τον Πόντο έγιναν μακρινός απόηχος.

 

Στη μεγάλη αγοροπαρέα η Νόρα ήταν η μόνη κοπέλα. Οι κουβέντες κινούνταν γύρω από το ποιο βινύλιο αγόρασαν, μήπως πήγαιναν τελικά Κύτταρο να ακούσουν τους Σόκρατες, αν είχαν δει όλοι τους το Κουαντροφίνια και άλλα τέτοια.

 

Ο Θωμάς δεν ήταν εκ πεποιθήσεως εργένης. Παρόλα αυτά άργησε να βρει το ταίρι του και είχε πατήσει τα σαράντα όταν αποφάσισε να ενώσει τη ζωή του με τη Φωτεινή.

 

Με λένε Λιάνα και είμαι σχοινοβάτης σε τσίρκο. Γελάσατε; Εντάξει! Όλοι γελάνε, βρίσκοντας τη δουλειά μου από παράξενη έως αστεία.

 

To πατρικό του σπίτι είχε σοφίτα, καθισμένη πάνω στο κεφάλι του σπιτιού σαν μαγικό καπέλο. Κι όπως ξέρουν μικρά και μεγάλα παιδιά από τα μαγικά καπέλα συνήθως βγαίνουν πράγματα, ή μικρά ζωάκια.

 

Πριν προλάβουν να περάσουν έξι μήνες, της είπε:  «Τι λες; Παντρευόμαστε;».  «Δεν μπορώ να σε παντρευτώ», του είχε απαντήσει, «δεν ξέρεις τα χειρότερα για μένα»... Τα ανεκπλήρωτα. Γι’ αυτό γίνανε και τραγούδια. Βραβευμένο στον Πανελλήνιο Λογοτεχνικό διαγωνισμό του Συνδέσμου Φιλολόγων Ν.Χανίων.

 

Εγώ κι ο Μηνάς ήμασταν φίλοι αδερφικοί. Γεννηθήκαμε μαζί, μαζί και στο σχολείο, και στο στρατό πάλι μαζί. Όλη η ζωή μας μία πλάκα! Τα χρόνια που πέρασαν μας άφησαν αδιόρθωτους. Γιατί τα παλιά χούγια δεν κόβονται.

 

«Μη με πάς απ’ το σπίτι!» η γυναικεία φωνή τραγουδούσε με όλη της τη δύναμη. «Στον αγύριστο θα σε πάω!» της απάντησε θυμωμένη μια άλλη φωνή από το διπλανό διαμέρισμα.

 

Η Ελένη ανέβηκε στον πέμπτο όροφο και άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος με τα δικά της κλειδιά. Τα γέλια που έρχονταν από την κρεβατοκάμαρα τη βεβαίωσαν πως δεν ήταν μόνη.

 

Η Ευτυχία είχε κάποτε τον Ευτύχιό της. Από σύμπτωση έτσι έλεγαν τον άνδρα της. Μεταφορές με τρίκυκλο έκανε ο δόλιος και στέγασαν τη δική τους ευτυχία σε ένα χαμόσπιτο στη Δραπετσώνα μοχθώντας καθημερινά.

 

Ο Βρασίδας αποφάσισε πως ήταν πια καιρός να δοκιμάσει να πειραματιστεί σοβαρά με τη μαγειρική. Είχε βαρεθεί αφόρητα το αμφιβόλου ποιότητας περιεχόμενο της κονσέρβας. Ποτέ η λαχταριστή λιχουδιά που φαίνεται έξω από το τσίγκινο κουτάκι δεν έχει σχέση με την φτωχή αποκάλυψη όταν αυτό ανοίγει.

 

Πολλές φορές αναρωτιόταν αν τάχα οι σκέψεις στο μυαλό είναι σαν ρούχα ανακατεμένα που μπορείς να τα διπλώσεις όμορφα και να τα τακτοποιήσεις. Και τι κάνεις άραγε με τις άλλες τις σκέψεις, εκείνες που, σαν ρούχα που δε σου κάνουν πια, θες να τις κλείσεις για πάντα στο συρτάρι...

 

Κάθε πρωί ανεβαίνοντας την οδό Κουγκίου για να βγω στην κεντρική πλατεία της πόλης, έβλεπα μια γυναίκα να κάθεται στο πεζούλι μιας πολυκατοικίας σα να περίμενε κάτι. Κάθε πρωί την ίδια ώρα στην ίδια θέση και εγώ να την προσπερνώ θαρρείς και ήτανε κάτι δεδομένο.

 

Άδειαζε τη βαλίτσα βρίζοντας τον εαυτό της για τη δειλία της. Για ακόμη μια φορά δεν κατάφερε να περάσει την πόρτα του σπιτιού της και να την κλείσει οριστικά πίσω της.

 

Είναι κάποια μικρά στενά στην πόλη που δύσκολα τα πιάνει το μάτι σου. Σ’ ένα τέτοιο στενό αδιέξοδο, ήταν σφηνωμένο ένα παλιό παλαιοπωλείο. Θαρρείς και γύρω του πλέχτηκε η υπόλοιπη γειτονιά.

 

Το όνομά της θύμιζε ουρανό και θάλασσα, κύματα και γλάρους… τη μοναδική της συντροφιά! Εδώ και καιρό η Πελαγία είχε εγκαταστήσει τη μοναξιά της σ’ ένα μικρό σπιτάκι πάνω στα βράχια λίγο έξω από τον μικρό οικισμό του νησιού.

 

 


Μια κούκλα διηγείται... - Σώφρονας Τριμπουλέ

 

Μέχρι σχετικά πρόσφατα καθόμουν στο μοναχικό μου ράφι, ζώντας κυριολεκτικά στο «κουτί» μου. Προσεύχομαι λοιπόν σ’ εσένα γελαστέ θεέ: Κάνε να βρεθώ σε μια παιδική αγκαλιά… είναι το μόνο που σου ζητώ!

 

Το όνομά μου τότε ήταν Ροζαλία και η Κατερινούλα, η αφεντικίνα μου, με είχε σύρει παντού! Κυκλοφορούσα μόνιμα βρώμικη, μπιαχ!

 

Εκείνο το καλοκαίρι έζησα τον πρώτο μου έρωτα! Το όνομά μου τότε ήταν Μπίμπη -μου το είχε βγάλει η αφεντικίνα μου η Δανάη από το bibi-bo που έγραφε η συσκευασία μου- και ήμουν νοσοκόμα!

 

Όταν η μαμά γύρισε σπίτι από το μαιευτήριο και της παρουσίασε το νέο μωρό και της είπε το κορυφαίο: «Αυτό είναι το αδερφάκι σου, θα είμαστε μια αγαπημένη οικογένεια», νόμιζα πως ήρθε το τέλος μου! Γράφει ο Σώφρονας Τριμπουλέ.


 

Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner

Your Say!

Banner

Authors

Μαριλένα Παππά Ευρυδίκη Αμανατίδου Μαρίνα Φραγκεσκίδου

 

 

 

Γεωργία Λάττα Γιάννης Λαμπράκης Μαρία Δασκαλάκη

 

 

 

Μαριάννα ΤεγογιάννηΧάρης Γαντζούδης Σώφρονας Τριμπουλέ

 

 

 

Connect!

 

 

 

 

 

 

Copyright © 2017 Deity.gr. All Rights Reserved.