Ο μνηστήρας που επέζησε

Γράφει ο Δημήτρης Θανάσουλας

Ο αδελφός του ήρθε να τον δει εχθές. Ίσα που ξεχώρισε το περίγραμμά του καθώς στεκόταν στην πόρτα του ανήλιαγου δωματίου του και με το ένα του χέρι ψαχούλευε μες στην τσέπη του να του δώσει αυτό για το οποίο είχε έρθει.

«Δε χρειάζομαι τίποτε», του είπε με σφυριχτή σχεδόν φωνή ο Ουίλλιαμ Τένετ ή, αλλιώς, Γελίμερος. Έτσι είχε βαφτίσει τον εαυτό του από τότε που έφτασε σ’ αυτήν εδώ την πόλη, την Τεργέστη, κι ένιωσε στο πετσί του τι σημαίνει, πραγματικά, πολιτισμός και πόσο βαθιά μέσα του έκρυβε έναν βάνδαλο. Τις ώρες που η γυναίκα του αφιερωνόταν στις κοσμικές της υποχρεώσεις, με τον κύκλο των ποιητών και των λογοτεχνών που αφουγκράζονταν τα προβλήματα των καιρών αλλά ξεχνούσαν ότι κι οι ίδιοι συνέβαλλαν σ’ αυτά με την άγονη κενοδοξία τους για προβολή των δήθεν ανθρωπιστικών τους ιδεολογιών και την ανούσια, επίπεδη, σχεδόν τραγική ζωή τους, ο Ουίλλιαμ Τένετ έγραφε τη δική του ποίηση, την έπνιγε μέσα στο ποτήρι του. Ζούσε σε μια πολιτισμένη χώρα, δίχως αμφιβολία. Αρκούσε να κοιτάξει γύρω του, στα βιβλιοπωλεία, τα ανθοπωλεία, τα κρεοπωλεία, τα παντοπωλεία, για να το δει. Παντού υπήρχε μια υποψία, μια αχλή χλιδής, έστω και ψήγματα επίπλαστης αρμονίας, που δεν τον άφηναν αδιάφορο. Κατέβαινε με τα πόδια μέχρι την αγορά με τα καρουσέλ και τις αντικιερί και βυθιζόταν σε σκέψεις μέχρι το απόγευμα. Γιατί είχε έρθει και γιατί νόμιζε πως εδώ θα τον επισκεπτόταν η Μούσα που τόσο πολύ είχε ερωτευθεί ο ίδιος αλλά που η αγάπη του ήταν ανανταπόδοτη;

 

«Δε χρειάζομαι χρήματα. Κράτησέ τα», του είπε ύστερα από λίγες στιγμές σιωπής.

 

Η κουβέντα του έφερε αλυσιδωτές αντιδράσεις. Πρώτα, το σώμα του αδελφού του συσπάστηκε και χτύπησε με δύναμη το τακούνι του στο μαυρισμένο από το χρόνο σανίδι. Μετά, πήρε μια ανάσα και είπε με εξωτερική, τουλάχιστον, απάθεια:

«Οι Αμαζόνες σταμάτησαν πλέον να έχουν ανάγκη τους Γαργαρείς...»

Η απόκρισή του παραξένεψε τον Ουίλλιαμ Τένετ. Δε θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί μια τέτοια πρόταση να γεννιέται μέσα απ’ τα χείλη του άξεστου αδελφού του. Η ζήλια που χτύπησε το «πιωμένο» κορμί του τον έστρεψε αμέσως στο άδειο ποτήρι στο κομοδίνο. Μια τέτοια πρόταση έψαχνε καιρό να τη βρει.

Ήθελε να πιει σαν τρελός, αλλά δεν έκανε καμία κίνηση να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι και να συρθεί μέχρι το σαλόνι, όπου υπήρχαν ακόμη δυο-τρία μισοάδεια μπουκάλια. Ούτε ήθελε, φυσικά, να ζητήσει κάτι απ’ τον αδελφό του. Υπήρξε κάποτε γι’ αυτόν «ομπρέλα» στη «βροχή». Τώρα πια δε χρειαζόταν. Ας πήγαινε πίσω, εκεί όπου ανήκε, εκεί απ’ όπου καταγόταν. Αυτή η χώρα ήταν δική του. Δεν καταλάβαινε πως οι φύσεις τους ήταν ασύμπτωτες;

«Γιατί ήρθες;» τον ρώτησε πιο ψύχραιμος.

«Εσύ δε με κάλεσες όλες αυτές τις φορές;»

«Είσαι αυθάδης!» ξέσπασε ο Ουίλλιαμ Τένετ και το ετοιμόρροπο κρεβάτι του σείστηκε ολόκληρο. «Ξεχνάς ότι βρίσκεσαι στο δικό μου σπίτι και θα πρέπει να το σέβεσαι λίγο περισσότερο!»

Μες στην αδιόρατη σιωπή του κρεσέντο του, τις στιγμές που γέμιζε τα πνευμόνια του οξυγόνο, ο αδελφός του διέκρινε φόβο, ταραχή, ίσως και αποσύνθεση. Χωρίς να βγάλει τα σκληραγωγημένα χέρια του απ’ τις τσέπες του παντελονιού του, πήγε κοντά στο κρεβάτι και κάθισε στην άκρη. Το στρώμα βούλιαξε ελαφρά κάτω απ’ το βάρος του, το αποχαυνωμένο σώμα του Ουίλλιαμ Τένετ όμως δε σάλεψε. Μόνο γύρισε το κεφάλι προς το παράθυρο για να μη δει το πρόσωπό του. Κατά βάθος, τον φοβόταν. Εκείνος ήταν πάντα «ο έξυπνος», «ο ποιητής», ο αδελφός του όμως ήταν, τελικά, «ο μονομάχος της ζωής».

«Γιατί ήρθες;»

Τώρα ήταν σειρά του αδελφού του να κάνει αυτή την ερώτηση. Λες και του την είχε αρπάξει απ’ το στόμα.

Ο Ουίλλιαμ Τένετ τον κάρφωσε μες στα μάτια.

«Δεν είμαι υπόλογος σε σένα!» του πέταξε πάλι με ένα σφύριγμα.

«Ήρθες να γράψεις εδώ ποίηση; Μακριά απ’ τη χώρα σου, μακριά απ’ τα γεγονότα! Δεν καταλαβαίνεις ότι είναι σα να προσπαθείς να περιγράψεις έναν αγώνα πάλης χωρίς να έχεις μπροστά σου την αρένα;»

«Ένα πράγμα προσπαθώ να καταλάβω από τότε που ήρθες εδώ μέσα», είπε σχεδόν ήρεμος ο Ουίλλιαμ Τένετ. «Τι έχεις στο μυαλό σου...Γιατί εσύ πάντα έχεις κάτι στο μυαλό σου. Αν μπορούσα ν’ απλώσω τον εγκέφαλό σου πάνω σ’ ένα τραπέζι, θα ανακάλυπτα ένα χάρτη, βάσει του οποίου κινείσαι».

Το πρόσωπο του αδελφού του συσπάστηκε σ’ ένα πλατύ χαμόγελο.

«Ψάχνουμε όμως κι οι δυό για το θησαυρό και, επειδή τον έχω εγώ το χάρτη, θα πρέπει να πας με τα νερά μου».

«Ματαιοπονώ», ψέλλισε ο Ουίλλιαμ Τένετ και του γύρισε την πλάτη. «Άσε μας ήσυχους, τ’ ακούς; Πήγαινε αποκεί πού’ ρθες!»

Στο λιγοστό φως που έμπαινε απ’ το παράθυρο, η μορφή του Ουίλλιαμ Τένετ έμοιαζε αποκαθαρμένη από κάθε εγκόσμια ανάγκη, από κάθε ανθρώπινη αδυναμία. Η ζωή στην Τεργέστη είχε καταφέρει να μετατρέψει την πικρή χολή του σε εσωτερική ευδαιμονία για τα «οπιούχα κοιτάσματα» που νόθευαν τις ακτές της πατρίδας του αλλά που, ευτυχώς, δεν είχαν φθάσει με την ίδια λύσσα ως την Αδριατική Θάλασσα. Αλλά τι μπορούσε να καταλάβει απ’ όλ’ αυτά ο ανίδεος αδελφός του; Γι’ αυτόν η ζωή ήταν ένα εκκρεμές που αδιάκοπα διέγραφε «διανύσματα μεταξύ βλακείας και γελοιότητας».

«Κοιμήσου. Έχεις ανάγκη από ύπνο», του είπε τώρα πιο τρυφερά ο αδελφός του. «Θα κάνω εγώ παρέα στην Τόκλας».

Κι ο Ουίλλιαμ Τένετ έμεινε εκεί άγρυπνος να προσποιείται ότι κοιμάται. Ήταν πολύ εξουθενωμένος για να παλέψει με τον αδελφό του σ’ έναν αγώνα που ήξερε από πριν την έκβασή του. Λίγο πριν τα χαράματα παρέδωσε και την τελευταία ρανίδα μάταιης αντίστασης στον ύπνο και κύλισε αργά αργά στην όμορφη χώρα του ποτέ. Τόσα χρόνια στην Τεργέστη, είχε μάθει καλά το μάθημά του, πώς να δέχεται την ανημπόρια του να αλλάξει την πραγματικότητα με ένα κύλισμα στην ανυπαρξία του νου, μια ανυπαρξία που τον κατέστρεφε ως άνθρωπο και ως ποιητή. Η Τόκλας ζούσε, αυτός ερμήνευε τις ζωές των άλλων χωρίς να βιώνει τίποτε. Γιατί αν βίωνε, το έργο του θα είχε τρομερή ανταπόκριση, θα μπορούσε να συναγωνιστεί αυτό των μεγάλων Ισπανών και Ρώσων λογοτεχνών! Βυθισμένος μες στα κύματα της αδικημένης του φαντασίας, δυό λέξεις πάλλονταν μες στο τύμπανό του από το στόμα του εκδότη του: Όζουν ελλυχνίου... Κι ύστερα κομμάτιαζε τα σεντόνια—αυτό όντως συνέβαινε, δεν το φανταζόταν—και έβριζε, αγκομαχούσε, μέχρις ότου να φανερωθούν δυό γερά μπράτσα να τον συγκρατήσουν πριν πέσει ολόκληρος στο πάτωμα μ’ έναν γδούπο.

«Σκοπεύω να μείνω λίγες μέρες ακόμη», του ανακοίνωσε την άλλη μέρα ο αδελφός του, που στεκόταν στο πλάι της νύφης του. Πάντα είχε αυτό το σαρκαστικό υπομειδίαμα που αναστάτωνε τον Ουίλλιαμ Τένετ. Κάτι θα σκάρωνε, σίγουρα, δεν εξηγούνταν αλλιώς. Τι ήθελε ένας άνεργος από το Βορρά στην όμορφη, λεπτεπίλεπτη Τεργέστη, τη χώρα των γραμμάτων και των τεχνών; Τι ήθελε ένας παγανιστής, που κράδαινε το φαλλό του μπροστά στο πρόσωπο της Αρχαίας Μητέρας, της Γης, σ’ έναν τόπο όπου μόνο ένας Θεός υπάρχει και μόνο μια απάντηση σε όλα τα ερωτήματα της ζωής;

«Θέλω να ξεκουμπιστείς αποδώ!» ούρλιαξε ο Ουίλλιαμ Τένετ και έφτυσε. «Όσο είσαι εδώ μέσα, πίνεις τους χυμούς του μυαλού μου, με απορροφάς!»

Ο αδελφός του, ατάραχος, δεν μπορούσε να μη γελάσει.

«Είμαι ένα είδος...αρνητικής Ηγερίας, δηλαδή», παρατήρησε κοιτάζοντας την Τόκλας, η οποία είχε όλη αυτή την ώρα σκυμμένο το κεφάλι. «Κάτι πρέπει να κάνω λοιπόν για να σου φανώ χρήσιμος...Δε θα ήθελα με κανέναν τρόπο να συμβάλω στην κατάρριψη ενός Μύθου!»

Η αξιαγάπητη Τόκλας ντράπηκε και έσφιξε τα κατακόκκινα χείλη της. Φορούσε ένα από εκείνα τα καπέλα με το δαντελένιο τελείωμα στο γείσο που της είχε κάνει δώρο ο Ουίλλιαμ Τένετ στο τελευταίο τους ταξίδι στην Ουαλία. Έκτοτε, δεν ξαναείδαν εκείνο το έντονο, σμαραγδί πράσινο των λιβαδιών της. Η μοίρα και των δύο τους είχε δέσει γερά πάνω στα κατάρτια του καθήκοντος. Να μια λέξη που έκρυβε την αλήθεια: καθήκον. Έλεγε «καθήκον» για να μην πει «αηδία, απόγνωση, ίσως και φόβος». Ένας αληθινός ποιητής βαφτίζει καθήκον ό,τι τον κινεί, ό,τι τον συν-κινεί. Κάτι σαν τον ακίνητον κινούντα του Αριστοτέλη ήταν το καθήκον. Έστεκε εκεί, αλώβητο, ατάραχο, πάνω απ’ όλα, και περίμενε να το υπηρετήσεις, δρομολογούσε έτσι τη ζωή σου, ώστε δε σου άφηνε κανένα περιθώριο να το αγνοήσεις. Γι’ αυτό το αναθεματισμένο καθήκον ήθελε να γράψει! Αυτό ήταν το σκουλίκι που κατασπάραζε σιγά σιγά τα αυλάκια του μυαλού του, αλλά που δεν τον άφηνε, τελικά, να καταγράψει τίποτε στο χαρτί. Κι η ζωή του ήταν ένα βιβλίο που ο άνεμος το ξεφύλλιζε γρήγορα, ασταμάτητα, και το έφθανε επικίνδυνα στο τέλος. Καταραμένη Τεργέστη! Καταραμένη οικουμένη! Λάθος ώρα διάλεξε ο κόσμος να σωπάσει, όταν το στόμα του καιγόταν από ηδονή να μιλήσει, να τους τα πει κατάμουτρα.

Οι σκιές μες στο δωμάτιο μάκραιναν, καθώς ο ήλιος για άλλη μια φορά δραπέτευε απ’ τον ουρανό. Αρνήθηκαν να του φέρουν ποτό. Δεν το είπαν με λόγια, όχι, απλώς τον άφησαν να περιμένει για λίγο μπράντι ή λίγες σταγόνες ουίσκι, χωρίς ποτέ να του ικανοποιήσουν την ανάγκη. Για άλλη μια φορά έμενε καρφωμένος στα μουσκεμένα σεντόνια, παράλυτος, κατατρεγμένος μες στο ίδιο του το σπίτι. Κι εκεί που νόμιζε ότι τον είχε ξεχάσει ετούτη η σκέψη, τον πολιορκούσε πάλι με τον «κριό» της: Γιατί αυτός που θεωρούσε άξεστο έκανε τα πάντα να του αποδείξει πως δεν είναι—και μάλιστα τα κατάφερνε μια χαρά; Φοβόταν πολύ να το παραδεχθεί, αλλά απ’ τον εαυτό του δε θα κρυβόταν. Το ποιητικό του ταλέντο άρχιζε σιγά σιγά να στεγνώνει κι αυτό που άφηνε πίσω του ήταν μια τρομακτική, καθάρια αίσθηση του τέλους, του χαμού, μιας βραχύβιας μεγαλοφυίας. Κι αυτό ήταν τόσο επώδυνο, τόσο εκμαυλιστικό, που δεν υπήρχαν λόγια να το περιγράψει κανείς. Να, ακόμη κι αυτός, που κάποτε στην πένα του οι λέξεις γονιμοποιούνταν σε υπέροχα νοήματα, τώρα αισθανόταν να καταποντίζεται μες στην άγονη σιωπή. Θα έλεγε κανείς ότι όντως ο αδελφός του τον απομυζούσε, του έπινε σταγόνα σταγόνα το ταλέντο, και θα ξυπνούσε εκείνος ποιητής ολκής ένα πρωί!

Η φλόγα απ’ το κερί στο κομοδίνο μετά βίας τρυπούσε την απόρθητη μεμβράνη που θαρρείς είχε σκεπάσει τα μάτια του. Έχανε σιγά σιγά ό,τι πολυτιμότερο είχε. Και γι’ αυτό έφταιγε το ποτό. Όχι, όχι, το ποτό ήταν μόνο η αφορμή. Η ζωή του έφταιγε, η ανόρεχτη αγκαλιά που, σπάνια πια, τον έντυνε τις κρύες νύχτες, ο φόβος ότι το επόμενο πρωινό θα ήταν απαράλλαχτο με το προηγούμενο. Παντρεύοντας τα φλέβαρά του, είδε τις γυμνές πατούσες του να αγγίζουν τις άκρες ενός γκρεμού και μεμιάς πετάχτηκε απ’ το κρεβάτι. Λες και το κορμί του ήταν φτιαγμένο από λάστιχο που ο σαδιστής δημιουργός του έπαιζε μαζί του σα σφεντόνα. Το κρύο πάτωμα τον ξύπνησε. Τα μάτια του άνοιξαν πλατιά και σύρθηκε ως την πόρτα. Αυτή στέναξε κάτω απ’ το βάρος του σαν ανυπεράσπιστη κοκότα κάτω απ’ το ιδρωμένο κορμί του επιβήτορά της. Υπήρχε λιγοστό φως στο διάδρομο και από το μικρό σαλόνι στο βάθος ακούγονταν ψίθυροι και χαχανητά. Η ζωή ήταν εκεί πέρα—εδώ ανέτειλε μόνο η σήψη.

Αν έπαιρνε ετούτη τη στιγμή χαρτί και μολύβι, θα σκάλιζε ένα άγαλμα με τη γραφίδα του. Είχε ποιητικό οίστρο, στις φλέβες του έτρεχε ένα μικροσκοπικό ξωτικό που εμπλούτιζε το σχεδόν σαθρό υπέδαφός του. Αντιούσια ανωνύματα και ονειδόνεφος πλέκει τα σαρκώματα της σκέψης / παιρδεύεται με το κάλλος του και φέγγει μια ρέγκα που κάνει διακοπήματα στη στεριά / λαγγεύεται το τόξο στην ιδέα της εφαψίας και της πέψης / και ορδεύει προς το τέλος της λάσπης και της ανάγης για μιλιά...

Οι λέξεις ήταν όργανά του και τις έκανε ό,τι ήθελε. Είχε πάει με το μυαλό του—με ό,τι του είχε μείνει για μυαλό—πριν απ’ την ίδια την Ιστορία, πριν η γλώσσα γίνει, από θεραπαινίδα του ανθρώπου, εξουσιάστριά του. Δεν ακολουθούσε κανόνες κι ετικέτες—μόνο αφηνόταν να οδηγηθεί απ’ τη μουσική, τον ήχο τους, και να πλάσει λέξεις που έμοιαζαν πιο πολύ με αυτό που ήθελαν να αποδώσουν. Μια καρέκλα δεν ήταν πια καρέκλα σ’ έναν κόσμο όπου υπάκουε μόνο στη λέξη καρέκλα. Μια καρέκλα μπορούσε να γίνει πραγματικά αυτό που είναι, όταν μέσα στους ιστούς του ονόματός της εγκαθιστούσες κι άλλους ήχους, κι άλλες λέξεις, και την εμπλούτιζες με πολλές μορφές και ιδέες. Αφανίστε το έτυμον! βροντοφώναζε όλο του το κορμί. Μιλήστε όπως θα μιλούσε ο Αδάμ, ΑΝ υπήρχε...

Το πρωί, την άλλη στιγμή—γιατί μάλλον στιγμές μετρούσε μέσα σ’ εκείνο το δωμάτιο—βρήκε ένα σημείωμα πάνω στο προσκέφαλό του, τσαλακωμένο, γεμάτο πτυχές, σαν σώμα κουλουριασμένο απ’ το κρύο. «Πολύ ωραίο αυτό που έγραψες...Αρχίζει να ξυπνάει μέσα σου ο πόθος για τον προβαβελικό ήχο...»

Έκλεισε το χαρτί μες στη γροθιά του και μούγκρισε—από πόνο, από θυμό, από ευχαρίστηση;

«Τόκλας!» ούρλιαξε. «Τόκλας!»

Σιωπή, σαν θεία δίκη.

Αυτός ο αλήτης τον κορόιδευε! Θα του έσπαζε τα μούτρα! Αλλά και πάλι το χέρι του θα χτυπούσε πάνω του, χωρίς αποτέλεσμα. Είχε έρθει να τον ξεκάνει! Κανιβαλισμός λεγόταν αυτό! Αδελφός εναντίον αδελφού! Κάιν εναντίον Άβελ!

Το μυαλό του πήρε αμέτρητες στροφές, το ίδιο και το χέρι του, που άνοιξε και ξετύλιξε το σημείωμα σε δευτερόλεπτα. Στην πίσω σελίδα έπεσε η ματιά του σε τρεις στίχους γραμμένους απ’ το ίδιο του το χέρι.

Ανάθεμα αν άλλαξες απόψε αραξοβόλι!

Απύθμενη αγάπη απαρνημένη αρρώστια αποκαλείται.

Αντί γι’ αγκαλιές, σαν απηλιώτης μου φυσάς το βόλι.

Αχαριστίας κόρη εσύ που η ζωή τον εαυτό της τον στερείται.

Ανάθεμα κι αν ήξερε τι του γινόταν! Πότε το είχε γράψει αυτό; Κι απ’ την άλλη, αυτοί οι στίχοι ήταν τόσο ανέσπεροι—μάλλον ήταν ακριβώς το αντίθετο—που μόνο πίσω απ’ το δικό του το βουνό πρέπει να είχαν ανατείλει.

«Τόκλας!» ξαναφώναξε. «Τό-ρημαδιασμένη-κλας!» Από μπροστά του η μορφή της διαλυόταν, όπως και το όνομά της. Είχε καταντήσει πλέον ένα λαχταριστό αλλά δυσεύρετο παράνομο Ιρλανδέζικο ουίσκι που κάποτε έβρεχε τα καψαλισμένα του χείλη αλλά που τώρα μόνο η εξασθενημένη του μυρωδιά αιωρούνταν στην ατμόσφαιρα.

Έπεσε σαν αγριεμένο ζώο πάνω στην πόρτα, σχεδόν την κομμάτιασε, και βγήκε στο διάδρομο. Σαν τυφλός που ψάχνει στο αιώνιο σκοτάδι του μια χαραμάδα φωτός, έψαχνε να βρει την όμορφη σύντροφό του. Στο πάτωμα βρήκε άλλο ένα σημείωμα—αυτή τη φορά γραμμένο από κάποιο άλλο χέρι: «Τι ποίηση θα εμπνεόσασταν να γράψετε, αν μαθαίνατε ότι ο αδελφός σας μπήκε για τα καλά μες στο σπίτι σας και απειλεί να το γκρεμίσει; Ρομαντική; Νατουραλιστική; Ή μήπως σουρρεαλιστική, όπως η ίδια η ζωή; Το όνομά μου είναι Ροδόλφος Λίμπεραλ και θέλω πραγματικά να σας λυτρώσω...Μπορεί και να βρεθούμε κάποια στιγμή. Δεν είναι δύσκολο να με αναγνωρίσετε. Όποιος δε φοβάται τους καθρέφτες εύκολα καταλαβαίνει ποιός είμαι...»

Μόλις είδε ότι η Τόκλας δεν ήταν πουθενά—ποσώς νοιαζόταν που δε βρήκε τον αδελφό του, ίσως άλλωστε και νά’ χε φύγει—, ο Ουίλλιαμ Τένετ πήγε στο γραφείο του και άρπαξε την πένα του. Κάτι σπαρταρούσε μέσα του και έπρεπε να το βγάλει! Επιτέλους, ξυπνούσε μέσα του το τέρας, όμοιο με εκείνα της Κολάσεως του Δάντη! Αν κατάφερνε να απομονώσει τη γλώσσα αυτή που γεννιόταν μέσα του, θα κατάφερνε σίγουρα να απομονώσει και τις ατέλειες όλων των πραγμάτων, της ίδιας του της ζωής ακόμη, και θα ανυψωνόταν στα ουράνια, πάνω απ’ τον Πύργο της Βαβέλ, πάνω από την confusio linguarum, που λυμαινόταν το μυαλό των ανθρώπων! Θα τα έκλεινε όλα μέσα σ’ αυτή τη γλώσσα, μέσα σ’ αυτούς τους υπέργειους ήχους, που όμως πήγαζαν απ’ την υπόγεια δύναμη της ανθρωπότητας!

Θυμήσου πώς βγήκες απ’ τα σκοτάδια της ζωής.

Τα δάση της σύγχυσης είναι βαθιά και απροσπέλαστα.

Κάνε μια ευχή να ξαναγεννηθείς μικρότερη

Για νά’ χει περιθώριο να μεγαλώσει η αλήθεια μέσα σου.

Ακόρεστα όνειρα σημαίνει αλύτρωτα πάθη.

Αντί να γίνεις το ραβδί ή στην πληγή αγκάθι,

Παίξε το ρόλο του σοφού που θέλει απλώς να μάθει

Τι γεύση έχει η ζωή και της μοναξιάς το αλάτι.

Μάθε πως το σώμα είναι το πεύκι του πιστού

Που πάνω του τον αγώνα του δίνει

Να προσπεράσει τη δύναμη του σκότους

Και μες στη χοάνη του χρόνου να απορροφηθεί.

Έγειρε πίσω και ξαναδιάβασε ό,τι είχε γράψει. Δεν υπήρχαν λόγια να περιγράψει αυτό που ένιωθε. Αυτοί οι στίχοι δεν έμοιαζαν με κανέναν απ’ αυτούς που είχε γράψει στο παρελθόν. Σχεδόν δεν αναγνώριζε τον εαυτό του! Αν μπορούσε να γράψει έτσι μέσα σε πέντε λεπτά, τότε πέντε χρόνια θα του χάριζαν μια καινούργια Θεία Κωμωδία με την υπογραφή του! Μπροστά του είχε το αποτέλεσμα μιας πρωτόγνωρης κατάστασης, με τον αδελφό του μες στα πόδια του και με την Τόκλας αποκομμένη από όλα, αλλά δεν ήξερε τι τον είχε οδηγήσει ως εκεί, η διαδικασία του ήταν άγνωστη. Του αρκούσε πάντως που το μυαλό του ήταν σαν ένας φακός που μπορούσε με την ίδια ευκολία να εστιάσει στα μεγάλα, τα οικουμενικά, όπως και στα μικρά, τα τετριμμένα πράγματα της ύπαρξής του. Που να πάρει η ευχή! Αυτός ο άνθρωπος, ο άξεστος, η ακαλλιέργητη γη, τολμούσε να του μιλήσει για ποίηση! Είχε το θράσος να του κάνει πνεύμα, να περιπαίζει την ποιητική του δεινότητα, ενώ δεν είχε ποτέ γράψει στη ζωή του ούτε μια αράδα! Αν τον άφηνε στην ησυχία του, θα έβρισκε πάλι τους ρυθμούς του—όπως και τους βρήκε, εν τέλει! Να χαθεί από προσώπου γης! Η ύπαρξή του εκεί μέσα ήταν, όχι απλώς ανώφελη, αλλά επιβλαβής! Αυτός, ο Ουίλλιαμ Τένετ, ο Γελίμερος, μπορούσε να περικλείσει μες στο σαρκίο του τους πάντες, την Τόκλας, το διαβόητο κύκλο των γνωριμιών της, το Ροδόλφο Λίμπεραλ, τους ενεχυροδανειστές της Τεργέστης, κάθε κατακάθι της κοινωνίας, αλλά όχι τον αδελφό του! Σε καμία περίπτωση αυτόν! Αυτός ήταν ό,τι βδελυρότερο υπήρχε σ’ όλο τον κόσμο! Αυτός αντιπροσώπευε την προσποίηση, την ιταμή αντίσταση κατά του πνεύματος, τον Καθολικισμό, που κατατρόπωνε κάθε πραγματική, ουσιαστική πνευματική ανάσα! Αυτός υπήρξε για ένα φεγγάρι βοηθός του, αποκούμπι του, αλλά τώρα ήταν διαφορετικά! Τώρα δεν τον είχε πια καμιά ανάγκη και καλά θα έκανε να του αδειάσει τη γωνιά, προτού τα καταστρέψει όλα! Μες στο σχέδιο της ζωής του, αυτός ο τιποτένιος χωριάτης δεν αποτελούσε παρά μια κουκκίδα από μελάνι που είχε στάξει από ένα απρόσεκτο, τρεμουλιαστό χέρι—και τίποτε άλλο!

«Σας αρέσει τώρα που φαίνεται να κρατάτε και πάλι το ρόπτρο στην σκουριασμένη πύλη της έμπνευσής σας, έτσι δεν είναι;» έγραφε ένα σημείωμα πάνω στο γραφείο του. «Συλλογιστείτε όμως ποιός ευθύνεται γι’ αυτό. Είναι οι υψιπετείς θεωρίες σας ή η σκόνη της καθημερινότητάς σας; Πείτε μου! Ξεχνάτε ότι ο μεγαλύτερος ποιητής είναι η ρουτίνα, φθάνει να το αντιληφθεί κανείς; Ξεχνάτε ότι σ’ αυτή τη διανοητική ανανέωση έχει βάλει το χεράκι του το «βδέλυγμα» που έχετε για αδελφό; Είσαστε πολύ έξυπνος για να μένετε τυφλός μπροστά σ’ αυτή την πραγματικότητα, για να μη σας νοιάζει πόσο το τιποτένιο μπορεί να γίνει δάσκαλος του σημαντικού. Εσείς δίνεστε με πάθος στην επίτευξη των στόχων σας, αλλά υπάρχουν και κάποιοι που σας δίνουν τη δυνατότητα να το κάνετε. Ο Οδυσσέας είχε δίκιο—ήθελε να καθαρίσει το σπίτι απ’ τα σκουλίκια, τους μνηστήρες, του διέφευγε όμως ότι όλοι δεν ήταν το ίδιο. Υπήρχε ανάμεσά τους κι ένας μνηστήρας που είχε προλειάνει το έδαφος για τον ερχομό του Οδυσσέα, είχε προλειάνει το έδαφος για το ίδιο του το τέλος, θα έλεγε κανείς. Συλλογιστείτε λίγο, εστιάστε το «φακό» σας σ’ αυτή την αλήθεια, και θα δείτε πόσο πολύτιμο είναι να ζει κανείς μες στο εφήμερο και το μικρό, γιατί το εφήμερο και το μικρό είναι ο καρπός του παντοτινού και του μεγάλου».

Ξαφνικά, η γεύση από το παράνομο Ιρλανδέζικο ουίσκι τον κατέκλυσε. Τα χείλη του ποτίστηκαν σαν ξερό χώμα και πάλεψε να πιεί κι άλλο κι άλλο. Ώσπου αντίκρυσε τα μάτια της αγαπημένης του Τόκλας, καθώς ήταν γερμένη πάνω του και του έδινε ποτό.

«Σςςς! Είσαι κουρασμένος...Πιες μόνο αυτή τη γουλιά και πέσε για ύπνο. Ο γιατρός θα έλθει το πρωί να σε εξετάσει στα μάτια».

Του χάιδεψε τα μαλλιά και του χαμογέλασε.

«Σ’ αγαπώ, Ουίλλιαμ Τένετ», του ψιθύρισε. «Θα είμαι πάντα στο πλευρό σου. Οι Τένετ είναι το στημόνι και το υφάδι της ζωής μου...»

 

ΤΕΛΟΣ

 

Δημήτρης Θανάσουλας


Το διήγημα είναι εμπνευσμένο από το έργο και τη φιλοσοφία του James Joyce και από τη Λογοτεχνία της Εσπερίας. Από τη συλλογή διηγημάτων του συγγραφέα, με τίτλο "Ρινίσματα παρελθόντος".

 

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ :

 

Το σημάδι

 

 


Μ.Π.Ο. (Μη πραγματοποιημένα όνειρα). Γράφει ο Γιάννης Φαρσάρης.

 


Η σωτήρια διάσωση

 

 

Και οι τοίχοι έχουν συνθήματα

 

 

 

Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner

Your Say!

Banner

Authors

Μαριλένα Παππά Ευρυδίκη Αμανατίδου Μαρίνα Φραγκεσκίδου

 

 

 

Γεωργία Λάττα Γιάννης Λαμπράκης Μαρία Δασκαλάκη

 

 

 

Μαριάννα ΤεγογιάννηΧάρης Γαντζούδης Σώφρονας Τριμπουλέ

 

 

 

Connect!

 

 

 

 

 

 

Copyright © 2017 Deity.gr. All Rights Reserved.