Ψυχών φτερουγίσματα

Γράφει η Σμαραγδή Μητροπούλου

Το όνομά της θύμιζε ουρανό και θάλασσα, κύματα και γλάρους… τη μοναδική της συντροφιά! Εδώ και καιρό η Πελαγία είχε εγκαταστήσει τη μοναξιά της σ’ ένα μικρό σπιτάκι πάνω στα βράχια λίγο έξω από τον μικρό οικισμό του νησιού. Ονειροπόλα και ρομαντική, δεν ταίριαζε με τους συντοπίτες της που την έλεγαν αλαφροΐσκιωτη και κουνούσαν με οίκτο το κεφάλι, όποτε την έβλεπαν μ’ εκείνο το ξεθωριασμένο, παλιό τετράδιο στο χέρι να γράφει… να γράφει… να γράφει…

«Την κακομοίρα!» ψιθύριζαν δήθεν συμπονετικά.

Ενδόμυχα ίσως και να ζήλευαν αυτό που οι ίδιοι δεν είχαν ή δεν τολμούσαν να αποκτήσουν: τη δύναμη να μπορούν να ονειρεύονται και να γεμίζουν μια σελίδα μοναχά μ’ όλου του κόσμου τις ομορφιές, τα χρώματα και τα αρώματα.

Μα την Πελαγία δεν την ένοιαζε! Προτιμούσε πολλές φορές τον κόσμο του ονείρου από την πεζή πραγματικότητα που βίωναν οι γύρω της. ΄Ετσι, απολάμβανε την ανατολή και τη δύση του ήλιου, που δέσποζε βασιλική η παρουσία του πάνω απ’ το Αιγαίο ή χανόταν με τις ώρες στη σπηλιά που βρισκόταν στο χαμηλότερο σημείο των βράχων, την περίφημη νεραϊδοσπηλιά.

Συνδεόταν με έναν παράξενο θρύλο που είχε περάσει σαν παραμύθι από γενιά σε γενιά. Πολλά χειμωνιάτικα βράδια, όταν οι στάλες της βροχής χτυπούσαν ρυθμικά τις στέγες των σπιτιών, οι γιαγιάδες μιλούσαν για την πανέμορφη νεράιδα που η ομορφιά της έκλεψε την καρδιά του βασιλόπουλου. Μια μεγάλη αγάπη γεννήθηκε, που όμως δεν ήταν γραφτό να στεριώσει. Εκείνος σκοτώθηκε στον πόλεμο, αφήνοντας την καλή του απαρηγόρητη. Νύχτες ολόκληρες ακουγόταν ο πονεμένος θρήνος της. Αιχμαλώτισε την ψυχή της ο πόνος. Τα δάκρυα θάμπωσαν τα φωτεινά της μάτια, η ομορφιά της μαράθηκε… αποσύρθηκε στο βάθος της σπηλιάς και δεν εμφανίστηκε ποτέ ξανά στο φως του ήλιου.

Ένας παράξενος φόβος είχε πλημμυρίσει τους νησιώτες γι’ αυτό και κανείς δεν πήγαινε ποτέ κατά κει, εκτός βέβαια από την «καημένη την αλαφροΐσκιωτη που μιλά η δύστυχη μονάχη της!!!!».

Στο ερημητήριο της Πελαγίας, άλλωστε, μόνο τα γλαροπούλια και τα κύματα μπορούσαν ν’ ακούσουν τη φωνή της. Κι ήταν η βουβή φωνή μιας αγάπης αξόδευτης, που ζητούσε διέξοδο να βγει στο φως και να ζήσει.

Η φωτογραφία, ελαφρά ζαρωμένη από την υγρασία, που τυχαία ανακάλυψε μια μέρα στην είσοδο της νεραϊδοσπηλιάς (άγνωστο και παράξενο συνάμα πώς είχε βρεθεί εκεί!), είχε γίνει όλος της ο κόσμος. Η μελαχρινή αντρική μορφή με τα μελί μάτια την καλημέριζε σιωπηλά τα πρωινά και την καληνύχτιζε τα βράδια. Κι εκείνη του μιλούσε, του γελούσε.. χίλιων λογιών συναισθήματα πλημμύριζαν την καρδιά της, αλλά και το πολυκαιρισμένο τετράδιο όπου κατέθετε τα εσώψυχά της.

 

Είσαι μακριά μου... δε σε γνώρισα ποτέ κι όμως σε αγάπησα

μια φωτογραφία μοναχά... κι όλες οι σκέψεις μου για σένα στο χαρτί…

Μοιάζεις σαν άγγελος ντυμένος στα λευκά

θλίψη στα μάτια σου κρυφή

να την ξεγελάσεις προσπαθείς πίσω από ένα χαμόγελο.

Είσαι μακριά μου... δε σε γνώρισα ποτέ

κι όμως αφουγκράζομαι την ανάσα, την καρδιά σου, τη φωνή σου

Για μια στιγμή…

άσε ν' απλώσω το χέρι μου και να σ' αγγίξω

να σε φέρω κάτω απ' τον δικό μου ουρανό

κάτω απ' τον ήλιο τον δικό μου

σε γαλανές ακρογιαλιές

γυμνοί να κολυμπήσουμε σε νερά κρυσταλλένια…

και όταν τις νύχτες

θα πέφτει απαλά το φως του φεγγαριού

να σου ψιθυρίσω γλυκά και τρυφερά

μια λέξη μοναχά: ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ.

 

Λόγια γεμάτα έρωτα, γεμάτα θάλασσα κι αρμύρα που ξεπηδούν από τις κιτρινισμένες σελίδες, πετούν…πετούν και φτάνουν σε μια χώρα μακρινή, γεμάτη παράξενα χρώματα και αρώματα.

Ο άντρας της φωτογραφίας, με το γλυκό χαμόγελο και το μελαγχολικό βλέμμα, κοιτούσε από το παράθυρό του τα φώτα της πόλης. Οι σκέψεις στο κεφάλι του είχαν στήσει άγριο χορό, καθώς εδώ και αρκετό καιρό ένα παράξενο όνειρο είχε στοιχειώσει την ύπαρξή του. Σκηνές από έναν τόπο γεμάτο άγρια ομορφιά, βράχια και γύρω γύρω θάλασσα… κι η μορφή μιας γυναίκας που ήταν ένα με το απέραντο γαλάζιο!! Δεν την είχε δει ποτέ πριν, αλλά του ήταν τόσο οικεία. Τις νύχτες παρασυρόταν μαζί της σ’ ένα ξέφρενο, μεθυστικό ερωτικό παιχνίδι. Οι λέξεις που έβγαιναν απ’ το στόμα του ήταν σε μια γλώσσα παράξενη, που δεν είχε μιλήσει ποτέ. Ο έρωτας κι ο πόθος τον είχαν κυριεύσει για μιαν οπτασία. Σε ποιον όμως να μιλούσε γι’ αυτό που του συνέβαινε; Κανείς δεν θα τον πίστευε και σίγουρα θα γελούσαν μαζί του. Καθόταν, λοιπόν, κι έγραφε γράμματα με αποδέκτη αυτή την άγνωστη αγαπημένη, που παρέμεναν κλειδωμένα στο συρτάρι του. Όπως απόψε, που το χέρι του, σαν να το οδηγούσε κάποια αόρατη δύναμη, άρχισε να χαράζει λέξεις….

 

Φτάνει που ξέρω πως υπάρχεις….

Στα όνειρά σου θα σε συντροφεύω

ως τη στιγμή που θα συναντήσω την ψυχή σου

στη χώρα εκείνη που η μουσική δε σταματά ποτέ.

Απόψε σ’ ονειρεύτηκα……

Ήρθες σαν οπτασία στο προσκεφάλι μου, την ώρα που ο πυρετός μ' έκανε να παραληρώ σε μια γλώσσα που ποτέ δεν μίλησα.

Πόσο με κούρασαν οι θεοί που χρόνια λάτρευα….οι φλόγες μυστικής θυσίας που άναβα…

Όταν σε είδα να γίνεσαι ένα με τη φωτιά και τη θάλασσα, κατάλαβα πόσο μάταια ήταν όλα.

Ακούμπησα το χέρι μου τρέμοντας στο στήθος σου

Τα μάτια μου κολλημένα ΕΚΕΙ…

Μου χάιδεψες το μέτωπο…

Έβγαλες το σταυρό που φορούσες και τον έκλεισες στη χούφτα μου φιλώντας την απαλά.

«Να σε φυλάει για πάντα» μου ψιθύρισες

«Μείνε» προσπάθησα να σου φωνάξω, όμως εσύ είχες ήδη φύγει μέσα στην ομίχλη.

Άνοιξα τα μάτια…

Μέσα στα χέρια μου φυλακισμένο το φυλαχτό σου

Ένα δάκρυ κύλησε απ’ τα μάτια μου

Μια λέξη βγήκε απ’ τα χείλη μου σ’ εκείνη τη γλώσσα που δεν μίλησα ποτέ

Μια λέξη μοναχά

ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ.


Τι παράξενο! Την ένιωθε τόσο κοντά του, όσο ποτέ. Σήκωσε τα μάτια απ’ το χαρτί. Είχε μεσιάνει η νύχτα, εκείνος όμως συνέχισε να ξαγρυπνά, να ονειρεύεται και να γράφει…

 

Το φυλαχτό σου κράτησα στη χούφτα και το φίλησα

μοιάζει με τη γλύκα των χειλιών σου…

Το κρέμασα στα στήθη μου

κι από τότε μετρώ της καρδιάς σου τους χτύπους…

κι ονειρεύομαι γαλάζια θάλασσα και ουρανό

γαλάζιο ουρανό και θάλασσα…

του τόπου σου τα μάγια πόθησα…

ολόγυμνος να κολυμπώ μαζί σου σε νερά κρυσταλλένια

έρωτα να σου κάνω μέσα σε μαγικές σπηλιές

να σε κρατώ στην αγκαλιά μου ως το ξημέρωμα…

μαζί σου να μετρώ το αλφαβητάρι των άστρων..

μαζί σου να αφουγκράζομαι τους ήχους του βιολιού

μέσα στη σιγαλιά της νύχτας…

 

Οι πρώτες αχτίδες του ήλιου τον βρήκαν να κάθεται στην ίδια θέση. Δεν ήταν μόνος, κάποιοι του μιλούσαν, τον σκουντούσαν, αυτός όμως ήδη ταξίδευε για τον κόσμο του ονείρου.

Ταξιδεύω… ταξιδεύω… ταξιδεύω…

Η ψυχή μου γεμίζει γαλάζια θάλασσα και ουρανό

γαλάζιο ουρανό και θάλασσα…

Ο κόσμος γύρω μου ένα απέραντο γαλάζιο.

 

Η Πελαγία ξύπνησε μ’ ένα παράξενο προαίσθημα. Καθώς χάραζε το πρώτο φως, ένα παράξενο λουλούδι ήλθε και προσγειώθηκε δίπλα της. Το χρώμα του κόκκινο σαν το πάθος, το άρωμά του μεθυστικό, σαν τα αρώματα χώρας ονειρικής. Κι όταν το πήρε απαλά στα χέρια της, ένιωσε έναν ψίθυρο…

 

Το απέραντο γαλάζιο του ουρανού και του πελάγου

διέσχισα για να σε βρω…

Πουλί πετούμενο η ψυχή μου, λουλούδι το κορμί μου…

και άρωμα τα λόγια της καρδιάς στη γλώσσα που ποτέ δε μίλησα…

δε χρειάζομαι παρά μόνο τούτη τη λέξη: ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ!!!

 

Απορημένη κοίταξε τη φωτογραφία εκείνου που 'χε αιχμαλωτίσει όλο της το είναι. Σαν να τον διέκρινε να της χαμογελά, πιο γλυκά και πιο τρυφερά από ποτέ. Τρέμοντας σχεδόν, άφησε ένα φιλί πάνω στο χαρτί, εκεί που βρίσκονταν τα χείλη του.

«Είσαι εδώ!» είπε μόνο.

Ξαφνικά, το παράθυρο άνοιξε με πάταγο κι ένα δυνατό ρεύμα αέρα άρπαξε τη φωτογραφία από τα χέρια της. Όχι… όχι… δεν μπορεί… δεν μπορεί… σκέφτηκε.

Πετάχτηκε από τα σκεπάσματα κι όρμησε έξω, φωνάζοντας «ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ!!!!!!» πολλές φορές. Τα πέλματά της γδάρθηκαν από τα χαλίκια και μάτωσαν, αφήνοντας κόκκινα ίχνη στο μονοπάτι, ο ιδρώτας έκανε το νυχτικό της να κολλάει στο σώμα της, εκείνη όμως δεν την ένοιαζε. Συνέχισε να τρέχει και να φωνάζει…

Ένας ψαράς που είχε βγει με τη βάρκα του στα ανοιχτά κι ήταν έτοιμος να ρίξει τα δίχτυα στη θάλασσα, την είδε από μακριά κι έκανε το σταυρό του.

«Πάει το δύστυχο, αποτρελάθηκε!» είπε.

Βουρκωμένη, αποκαμωμένη η Πελαγία κάθισε σ’ ένα βραχάκι. Ως εδώ ήταν… τώρα πια… τίποτα, συλλογίστηκε.

Κοίταξε πέρα μακριά κατά τον οικισμό. Στην πραγματικότητα, δεν υπήρξε ποτέ τόπος της κι ας μεγάλωσε εκεί. Ξένο σώμα ήταν…τρελή, αλαφροΐσκιωτη, νεραϊδοπαρμένη… Ω, ναι, την ήξερε πολύ καλά τη συμπόνια τους.

Στα πόδια της, η θάλασσα, κρυστάλλινη και γαλάζια έμοιαζε να της ανοίγει την αγκαλιά της.

Δε δίστασε ούτε στιγμή…

Έβγαλε το νυχτικό της και βούτηξε ολόγυμνη στα νερά. Ρούφηξε την αλμύρα αφήνοντάς τη να διαπεράσει κάθε ίνα του κορμιού της και κολύμπησε με αργές κινήσεις, μέχρι που έφτασε εκεί που άρχισαν όλα, στη νεραϊδοσπηλιά.

«Εδώ θα σε περιμένω, εδώ, για όσο χρειαστεί!» είπε σιγανά. «Όπως έκανε εκείνη, τότε…»

Ξαφνικά, ένα αόρατο χέρι την έπιασε απαλά από τον ώμο και άρχισε να τη σπρώχνει προς το εσωτερικό της σπηλιάς. Ένα χάδι στα μαλλιά της και μια ψιθυριστή γυναικεία φωνή «Μη φοβάσαι! Έλα!» την έκαναν να αφεθεί με εμπιστοσύνη.

Περπάτησε… περπάτησε… περπάτησε… έχασε πλέον την αίσθηση του χρόνου.

Όσο πιο βαθειά πήγαινε, τόσο πιο έντονη γύρω της η μυρωδιά εξωτικών λουλουδιών. Ήχοι γλυκιάς μουσικής αντηχούσαν παντού.

Και τότε τον είδε……

Καθισμένος πάνω σ’ ένα βραχάκι, δίπλα σ’ ένα ρυάκι που κελάρυζε απαλά, την περίμενε….

«Καλώς ήρθες, κόρη του πελάγους, αιώνια και μοναδική αγαπημένη μου!» της είπε κλείνοντάς τη στην αγκαλιά του.

«Αν ήξερες….»

«Ξέρω! Τώρα πια  θα 'μαστε για πάντα μαζί! Εσύ κι εγώ… στη χώρα που η μουσική δε σταματά ποτέ!»

Τη φίλησε απαλά κι ύστερα την παρέσυρε στα βήματα του χορού…

Κρυμμένη πίσω από ένα χοντρό κορμό δέντρου, η νεράιδα της σπηλιάς χαμογέλασε για πρώτη φορά ύστερα από αιώνες πόνου και δακρύων. Μπορεί να είχε μαραθεί η υπέροχη ομορφιά του προσώπου της, όμως δεν έχασε ποτέ την ομορφιά της ψυχής της. Η στιγμή της απελευθέρωσής της ήρθε! Έστειλε ένα φιλί στο ζευγάρι που χόρευε και ύστερα πέταξε ψηλά. Καιρός ήταν να συναντήσει το δικό της πεπρωμένο.

Η Πελαγία δεν ξαναφάνηκε στο νησί.  Για καιρό οι ντόπιοι έκαναν διάφορες εικασίες για την εξαφάνιση της αλαφροΐσκιωτης… κι όσες φορές τους έβγαζε ο δρόμος από την περιοχή που ζούσε έκαναν το σταυρό τους κι έφτυναν τον κόρφο τους μπας και τους βρει κανένα κακό!

Ένα πάντως ήταν σίγουρο: εκείνη σ’ έναν κόσμο ονείρου βρήκε την ευτυχία που δεν γεύτηκε στον κόσμο των ανθρώπων.

Το παλιό τετράδιο της Πελαγίας και τα σημειωματάρια του άντρα με τα μελί μάτια βρίσκονται σε ασφαλές μέρος. Ίσως κάποτε να βοηθήσουν το φτερούγισμα κάποιων άλλων ψυχών στο δρόμο της αγάπης.

Τα πιο όμορφα πράγματα τα βλέπουμε μόνο με τα μάτια της καρδιάς.

 

 

Σμαραγδή Μητροπούλου


Η Σμαραγδή Μητροπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1970. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στην Ελλάδα και στη Μεγάλη Βρετανία και υπηρετεί στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.  Είναι, επίσης, διπλωματούχος Δημιουργικής Γραφής (Diploma in Creative Writing) του Κολεγίου Writers’ Bureau (Manchester, UK), ενώ έχει παρακολουθήσει και μαθήματα θεατρικής γραφής στο Διεθνές Ινστιτούτο Θεάτρου. Μοιράζει την αγάπη της εξίσου στη διδασκαλία και στη συγγραφή ιστοριών. Έργα της έχουν βραβευθεί σε διάφορους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς.

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ :


Ο Παράς κι ο Κουμπαράς

 

 

 

Ο ήχος του κλικ

 

 


Πώς μεγάλωσα 50 χρόνια μέσα σε 2 λεπτά!

 

 


Ένα Αντίο για τον Παντελάκο μου

 

 

 

Photo by utpal

Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner

Your Say!

Banner

Authors

Μαριλένα Παππά Ευρυδίκη Αμανατίδου Μαρίνα Φραγκεσκίδου

 

 

 

Γεωργία Λάττα Γιάννης Λαμπράκης Μαρία Δασκαλάκη

 

 

 

Μαριάννα ΤεγογιάννηΧάρης Γαντζούδης Σώφρονας Τριμπουλέ

 

 

 

Connect!

 

 

 

 

 

 

Copyright © 2017 Deity.gr. All Rights Reserved.