Αυτή η μουσική

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος

Ένας μεγάλος κόκκινος ήχος κατεβαίνει από τον ουρανό. Έτσι ξαφνικά. Σαν παραλογισμένο αίνιγμα ανάμεσα στα τόσα άλλα, τα καθημερινά.

Ένας ακατάσχετος κρουνός ήχων σαν βρυχηθμοί αγέλης ή σαν τζάμια που σπάνε μέσα στη νύχτα (αλλά δεν είναι νύχτα, ντάλα ο ήλιος στέλνει σιρίτια από φως πάνω στα μάτια και τα τυφλώνει). Άλλες φορές γίνεται παράτονος, άλλοτε οξύς, παραγεμισμένος από ρινίσματα φθόγγων, ένα ταμπούρλο που εκδικείται τον εαυτό του, ένα σύννεφο μαύρο σαν πίσσα που χύνεται σε μια τεράστια χοάνη πλήκτρων. Ετσι μοιάζει, έτσι έρχεται και μπουκώνει τα αυτιά μας πέρα για πέρα.

Ένας μεγάλος κόκκινος ήχος κατεβαίνει από τον ουρανό εδώ και ώρα και όλη η πόλη έχει βυθιστεί σε μια θάλασσα άρρωστης αδρεναλίνης. Όλοι κοιτούν προς τα πάνω, δεν υπάρχουν αεροπλάνα, δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο από αυτό το γαλακτώδες περίσσευμα ουρανού που ουρλιάζει αδυσώπητα. Κατεβαίνει απειλητικά προς τα κάτω, έχει πάρει κάθετη κλίση και εφορμά κατά πάνω μας. Μια βροχή ακατέργαστη που δεν βρίσκει κανένα εμπόδιο για να σταματήσει. Ολοένα και αυξάνει την ταχύτητά της -αυτή η βροχή- μέσα σε μια θλίψη ασυγκίνητη, μέσα σε ένα παραλήρημα που δεν έχει άκρη για να πιαστείς και να διαφύγεις.

 

Κόσμος έχει μαζευτεί στην κεντρική πλατεία της πόλης. Προσπαθεί να συνεννοηθεί, αλλά οι φωνές μπλέκονται μεταξύ τους αξεδιάλυτα σαν πλοκάμια χταποδιού. Ακίνητου χταποδιού που μαλάζει τους ήχους που έρχονται πλέον από παντού και φτιάχνουν πάνω από τα κεφάλια τους (από τα κεφάλια μας) έναν προκλητικό σκληρό υμένα. Η αστυνομία παρακολουθεί τα τεκταινόμενα εμβρόντητη. Στη μέση του δρόμου αυτοκίνητα, μοτοσικλέτες, διαβάτες έχουν σταματήσει σε έναν χρόνο παγωμένο και διασπασμένο σε μικρές κουκίδες που δεν βγάζουν νόημα. Δεν υπάρχει νόημα. Μπλέκονται πάλι οι κουβέντες, ο ένας προσπαθεί να υπερκεράσει τον άλλον, να πατήσει πάνω στις ξένες φωνητικές χορδές για να επικρατήσουν οι δικές του. Επί ματαίω. Τίποτα δεν ακούγεται, τίποτα δεν γίνεται να ακουστεί μέσα σε αυτή την χλαπαταγή που λες και βγαίνει από τα εντόσθια της πόλης. Αλλά, όχι, έρχεται από πάνω, από ψηλά και είναι κόκκινη σαν πρωινό εξάμβλωμα ακαθόριστου σχήματος και υφής.

 

Το ακούς; Δεν το ακούς; Όχι! Ούτε και εγώ. Γιατί έχουν τρελαθεί όλοι τους σε αυτή την πόλη; Δεν ξέρω, παλιά δεν ήταν έτσι. Πάμε; Ναι, πάμε να φύγουμε από εδώ. Δεν θέλω να ξαναγυρίσω ποτέ. Ούτε κι εγώ. Το γέρικο ανδρόγυνο περπατάει πλέον σκυφτά αφήνοντας πίσω του το ανθρωπόμορφο κύμα να παλεύει με τον εαυτό του. Αφήνει πίσω του το κεντρί του μανιασμένου ήχου που τσιμπάει θωπευτικά τα στήθη των παραληρούντων, τα αστραφτερά κράνη των αστυνομικών, τα αδέσποτα σκυλιά που βρίσκουν ευκαιρία για να ψάξουν με τις λερές μουσούδες τους στα σκουπίδια. Ο γέρος έχει πιάσει τη γυναίκα του από το χέρι και ανηφορίζουν στην κεντρική λεωφόρο που είναι άδεια (μέρα μεσημέρι και είναι άδεια). Τα σώματά τους είναι καμπουριαστά, λίγο παράταιρα με τις στητές αυλακιές των άλλων σωμάτων, αλλά δεν τους νοιάζει. Από μακριά φαίνονται σαν να βγαίνουν από την άκρη ενός πίνακα, σαν μια ηθελημένη στραβοπινελιά του ζωγράφου, μια περιπαιχτική ανορθογραφία. Φεύγουν με ελαφριές νωχελικές κινήσεις, τα πόδια τους κάνουν ακανόνιστα ψαλίδια πάνω στο μαλακό οδόστρωμα, μπορεί και να μην το ακουμπούν καν, μπορεί να αιωρούνται και αυτή η περίεργη αιώρηση να διαρκεί κάμποσα λεπτά, ίσως και ώρες. Κανείς δεν ξέρει, κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά τι συμβαίνει.

Ούτε που γυρίζουν να μας κοιτάξουν.

Λέω πως αυτός ο ήχος έχει τη δύναμη του σιδήρου και είναι σκληρός και πέφτει πάνω στα κορμιά μας με τέτοια δύναμη που τους αλλάζει δέρμα. Δεν φαίνεται να με ακούει κανείς. Δεν καταλαβαίνουν τι τους λέω. Σαν να μην μίλησα ποτέ. Η φωνή μου καταπίνεται από τον αέρα. Οι φωνητικές χορδές μοιάζουν με νεκρά φύκια. Με κοιτούν παραξενεμένοι. Έχουν αρχίσει να συνηθίζουν τη βαριά μπότα του μεγάλου ήχου στις πλάτες τους. Η αρχική σαστιμάρα, έδωσε τη θέση της στη συνήθεια. Εμποτίστηκαν σε αυτόν. Σαν να μην υπήρξε ποτέ. Σαν να μην σταμάτησε για λίγο –έστω για τόσο λίγο- τη ζωή της πόλης. Αναδεύεται τώρα μαζί με άλλους οικείους ήχους της καθημερινότητας σε παραπλήσιες συχνότητες. Ο τραχύς γδούπος των λακτισμάτων που καταφέρνουν οι ανυπόμονοι διαβάτες για να προσπεράσουν κάποιον που περπατάει αργά στο πεζοδρόμιο. Οι βασανισμένες κόρνες των αυτοκινήτων που τρέχουν για το πουθενά ξεκινώντας επίσης από το πουθενά, τα μαρσαρίσματα των λυσσασμένων μηχανών. Μια υποσημείωση φόβου στην άκρη του δρόμου.

Κάτι τρέχει, κάτι τρέχει σε αυτή την πόλη.

Μόνο εγώ το ακούω;

Αυτός ο μεγάλος άλικος ήχος μας έχει όλους καταπιεί.

Τους έχει όλους στο στομάχι του σαν ένα θηρίο που μασουλάει μόνο φωνές και τίποτα άλλο. Κι ύστερα πάλι τα ρυθμικά ουρλιαχτά μιας διαδήλωσης που επελαύνει, με γυναίκες και άντρες να κρατούν σπασμένα πλακάτ και άλλους να έχουν σφιγμένες τις γροθιές τους. Οι τροχονόμοι ελέγχουν την κίνηση. Κόβουν το δρόμο στα δυο, αρνούνται τη διέλευση στα τροχοφόρα. Όσοι μέχρι πριν από λίγο κοιτούσαν επίμονα τον ουρανό για να καταλάβουν από πού έρχεται αυτό το παράξενο κύμα ερυθρής κραυγής, τώρα έχουν στρέψει το βλέμμα τους κάτω χαμηλά. Κοιτούν αδιάφορα τα πονεμένα τους παπούτσια, τις σπασμένες γόπες των τσιγάρων, τις ρυτίδες του πλακόστρωτου, τις επερχόμενες γάτες που κουνούν τις ουρές τους προειδοποιητικά ψάχνοντας για εύκολη λεία στους ανοιχτούς υπονόμους και στα ξεραμένα ρείθρα.

 

Το γέρικο ανδρόγυνο προχωράει ακατάβλητο. Ο άντρας και η γυναίκα είναι πιασμένοι χέρι – χέρι όπως έκαναν την πρώτη φορά που γνωρίστηκαν. Πάνε δεκαετίες τώρα, ούτε που θυμούνται από πότε είναι έτσι πιασμένοι χέρι – χέρι. Κάποια στιγμή σταματούν και κοιτούν ο ένας τον άλλον. Όχι ερευνητικά. Ξέρουν τι βρουν στο άλλο πρόσωπο. Με τα χρόνια μοιάζουν μεταξύ τους. Σαν να βλέπουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη. Κοιτιούνται για να μην χάσουν το σκοπό. Στο στόμα, ανάμεσα στα δόντια, στην άκρη της γλώσσας. Εκεί προσέχει ο ένας τον άλλον. Μην χάσουν τη νότα.

Ο άντρας λέει: «μικρή μου Ρεζεντά»…

Η γυναίκα λέει: «με φοβίζει το χιόνι»…

Ο άντρας λέει: «μια βραδιά, δεν ήρθες μόνη»…

Και η γυναίκα λέει: «Ρεζεντά, Ρεζεντά»…

Κι ύστερα συνεχίζουν το δρόμο τους αφήνοντας πίσω τους ξέφτια από νότες και πιτσιλιές από τα βήματά τους. Μια παράδοξη μουσικότητα. Αυτή ακριβώς η μουσική που δεν έχει από πού να πιαστεί. Το τσιγκέλι της πόλης την κόβει στα δύο.

Το γέρικο ανδρόγυνο τραγουδάει αλλά κανείς δεν τους ακούει. Δεν τους ακούω.

Ένας μεγάλος κόκκινος ήχος κατεβαίνει ξανά από τον ουρανό.

Λιώνει και συνθλίβει και φρουρεί τα όρια της πόλης.

Αρχίζω να καταλαβαίνω. Και αυτό είναι όλο.

 

 

Διονύσης Μαρίνος


O Διονύσης Μαρίνος ζει εδώ και 40 χρόνια στην Αθήνα, μέχρι να φύγει. Στο μεταξύ εργάζεται ως δημοσιογράφος και γράφει ιστορίες. Από τις εκδόσεις Τετράγωνο κυκλοφορεί το μυθιστόρημά του «Χαμένα Κορμιά». Επιβεβαιώνει ότι το blog «adespotosskylos.blogspot.com» του ανήκει.

 

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ :


Ισορροπία σε κινούμενους κόσμους...

 

 

 

 

Σκονισμένες στιγμές, ξεχασμένες μνήμες...

 

 

 

Γράμμα χωρίς αποδέκτη...(;)

 

 

...and I think to myself what a wonderful world

 

 

 

Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner

Your Say!

Banner

Authors

Μαριλένα Παππά Ευρυδίκη Αμανατίδου Μαρίνα Φραγκεσκίδου

 

 

 

Γεωργία Λάττα Γιάννης Λαμπράκης Μαρία Δασκαλάκη

 

 

 

Μαριάννα ΤεγογιάννηΧάρης Γαντζούδης Σώφρονας Τριμπουλέ

 

 

 

Connect!

 

 

 

 

 

 

Copyright © 2017 Deity.gr. All Rights Reserved.