Τα τσόφλια του αυγού (Μέρος 1ο)

Από την Ευρυδίκη Αμανατίδου

Ο Θωμάς δεν ήταν εκ πεποιθήσεως εργένης. Παρόλα αυτά άργησε να βρει το ταίρι του και είχε πατήσει τα σαράντα όταν αποφάσισε να ενώσει τη ζωή του με τη Φωτεινή. Από το όνομα και μόνο του άρεσε. Ευχάριστη, με τα μυαλά στο κεφάλι, για σπίτι και οικογένεια. Γιατί ο Θωμάς δεν συμφωνούσε με το φεμινιστικό κίνημα. Τα παντελόνια τα φορούσε ο άνδρας κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Οι γονείς της Φωτεινής, υπέρμαχοι της ίδιας νοοτροπίας, μεγάλωσαν την κόρη τους ως μωρά παρθένο σε αναμονή του νυμφίου. Και οι δύο γεννήτορες αγνόησαν την επιθυμία της να δώσει εξετάσεις στη σχολή Καλών Τεχνών. Η μαμά την προετοίμασε να γίνει μια καλή νοικοκυρά και όλο καμάρι τής δίδαξε μαζί με τις συνταγές μαγειρικής τα μυστικά του φλιτζανιού του καφέ.

 

Ο Θωμάς δεν έδωσε και πολλή σημασία στις δεισιδαιμονίες και προλήψεις της εξ αγχιστείας μητρός.

«Μακριά από εμάς!» έφτυσε τον κόρφο του, θέλοντας όμως και μη, κάθισε να του πει η Φωτεινή του το φλιτζάνι, «έτσι, για να δεις τι κορίτσι παίρνεις!», όπως περιχαρής δήλωσε η πεθερά.
Ο Θωμάς περιορίστηκε να χαμογελάσει όταν η Φωτεινή του είπε ότι τα κατακάθια του καφέ είχαν αποφανθεί πως θα έκανε ένα καλό γάμο και δύο παιδιά, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι.
Η ημέρα του γάμου υπήρξε ανέφελη, όμως λίγες εβδομάδες αργότερα, ο φρέσκος σύζυγος δε μπορούσε να πει το ίδιο και για τον έγγαμο βίο του.
Η Φωτεινή άρχισε να γκρινιάζει ότι δεν είχε να κάνει το παραμικρό στο σπίτι. Καθάριζε, μαγείρευε και βαριόταν.
«Κάλεσε τις φίλες σου για καφέ!» της πρότεινε.
Η ηρεμία που ακολούθησε ήταν επισφαλής και επιφανειακή. Πολύ σύντομα, ο Θωμάς, κάθε που γυρνούσε κατάκοπος, βρισκόταν αντιμέτωπος με μια ορδή γυναικών που κακάριζαν κουρνιασμένες σε καναπέδες και πολυθρόνες ερίζοντας σε ποια θα πρωτοπεί τον καφέ η Φωτεινή του.
«Βρε κοπέλα μου, τι κατάσταση είναι αυτή;» διαμαρτυρήθηκε ήπια στην αρχή ο Θωμάς.
Η Φωτεινή στραβομουτσούνιασε και του δήλωσε πως ήταν αχάριστος. Για να πει το φλιτζάνι χρέωνε ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό την κάθε μια που ερχόταν (γιατί βέβαια ο συρφετός που είχε κατακλύσει το σπίτι τους και θύμιζε πια προεκλογική συγκέντρωση, ήταν η κάθε πικραμένη που από στόμα σε αυτί και αυτί σε στόμα, είχε μάθει για τις ικανότητες της συμβίας του).
Ο Θωμάς τής απάντησε πως τα λεφτά στο σπίτι τα έφερνε εκείνος και πως καλά θα έκανε να σταματούσε τέτοιου είδους δραστηριότητες προτού τους πάρουν χαμπάρι και τους κουβαλήσουν καμιά αστυνομία.
Αυτός ήταν και ο πρώτος τους καυγάς. Η κατάσταση βελτιώθηκε ελαφρά καθώς η Φωτεινή φρόντιζε να δέχεται την «πελατεία» της τις ώρες που ο σύζυγος έλειπε στη δουλειά του.
Μήνες αργότερα, ενώ το ζευγάρι κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου, χτύπησε το κουδούνι κι ο Θωμάς πετάχτηκε αλαλιασμένος από τη θαλπωρή του κρεβατιού του.
«Πέσε για ύπνο, δεν είναι τίποτα!» τον καθησύχασε η γυναίκα του.
«Φωτεινούλα, άνοιξέ μου κούκλα μου! Η Γωγώ είμαι, η ξαδέλφη της Ελενίτσας!»
«Ποια είναι πάλι αυτή;» μούγκρισε ο Θωμάς.
«Κοιμήσου, τίποτα!» είπε η Φωτεινή που είχε αρχίσει να ιδρώνει και να ξεϊδρώνει.
«Άντε τράβα να ανοίξεις προτού ξεσηκώσει την πολυκατοικία στον αέρα!»
Η Φωτεινή έφυγε δυσφορώντας κι ο Θωμάς σηκώθηκε και μισάνοιξε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας να βεβαιωθεί ότι η γυναίκα του θα απαλλασσόταν από την ενοχλητική.
«Μα καλά κι εσύ κάθισες και ήπιες καφέ τέτοια ώρα;»; άκουσε τη φωνή της καλής του.
«Αχ! βρε Φωτεινή μου και να ήξερες! Μου έχει ρημάξει την καρδιά αυτός ο άνθρωπος» κλαψούρισε η Γωγώ.
«Αφού στο είπα το φλιτζάνι στο τηλέφωνο!»
Ο Θωμάς κούνησε το κεφάλι πέρα δώθε να βεβαιωθεί ότι η ακοή του δεν τον γελούσε, πήρε βαθιά ανάσα για να ηρεμήσει τα κουρελιασμένα του νεύρα και μπήκε στο σαλόνι. Αφού κοίταξε την κοντόχοντρη επισκέπτρια από την κορφή μέχρι τα νύχια σαν να ήταν μυρμήγκι, ρουθούνισε και της έδειξε την πόρτα.
«Έτσι όπως είσαι κυρά μου, το βλέπω μαύρο κι άραχλο το φλιτζάνι σου!» είπε μέσα από τα δόντια του.
«Πώς τολμάς;» μουγκάνισε η Γωγώ.
«Θωμά!» τσίριξε η Φωτεινή και σωριάστηκε στο πάτωμα.
«Είδες τι έκανες αγριάνθρωπε;» τον κοίταξε θριαμβευτικά η επισκέπτρια.
«Εσύ έξω!» απείλησε εκείνος και η άλλη κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες.
Ο Θωμάς σκυμμένος πάνω από τη γυναίκα του προσπαθούσε αλαφιασμένος να τη συνεφέρει. Όταν άνοιξε επιτέλους τα μάτια της, μετανοιωμένος της ζήτησε να τον συγχωρήσει.
«Ανόητε!» του γέλασε εκείνη. «Περιμένω παιδί! Δεν ήθελα να το μάθεις με αυτό τον τρόπο, αλλά...»
Την έπνιξε στα φιλιά ξετρελαμένος και οι επόμενοι μήνες ήταν οι πιο ευτυχισμένοι της ζωής του. Για καφέ και τα υπόλοιπα δεν ξαναέγινε κουβέντα αφού η Φωτεινή ούτε τη μυρωδιά δεν άντεχε λόγω της εγκυμοσύνης.
Απέκτησαν δίδυμα, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Η ζωή τους βρήκε καινούργιο νόημα και όλα είχαν πάρει πλέον το δρόμο τους. Η νέα μητέρα δεν είχε καιρό όχι με φλιτζάνια του καφέ να ασχοληθεί αλλά ούτε και τις φίλες της να δει καλά- καλά.

(συνεχίζεται...)

 

 

Ευρυδίκη Αμανατίδου

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ :

 

Τα τσόφλια του αυγού (Μέρος 2ο)


 


Το τρίκυκλο : Το διήγημα της Ευρυδίκης Αμανατίδου στο Deity.gr

 

 

Βιογραφικό Σημείωμα : Το διήγημα της Μαρίας Δασκαλάκη

 

 


Μια γυναίκα ταράζει μια ανδρική φιλία. "Το στοίχημα" της Ευρυδίκης Αμανατίδου

 

 

 

 

Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner

Your Say!

Banner

Authors

Μαριλένα Παππά Ευρυδίκη Αμανατίδου Μαρίνα Φραγκεσκίδου

 

 

 

Γεωργία Λάττα Γιάννης Λαμπράκης Μαρία Δασκαλάκη

 

 

 

Μαριάννα ΤεγογιάννηΧάρης Γαντζούδης Σώφρονας Τριμπουλέ

 

 

 

Connect!

 

 

 

 

 

 

Copyright © 2017 Deity.gr. All Rights Reserved.