Η επιφοίτηση (Μέρος 1ο)

Από την Ευρυδίκη Αμανατίδου

«Εμένα μου λες που η ζωή στην επαρχία είναι ωραία; Αυτά είναι παραμύθια που ξεφουρνίζουν οι πρωτευουσιάνοι. Και τι να το κάνω εγώ το οξυγόνο και την πρασινάδα; Σάμπως είναι οι γυναίκες σκαρφαλωμένες στα δέντρα και περιμένουν να τις μαζέψεις ή σάμπως διασκεδάζουμε με τον καθαρό αέρα;»

Αυτά κι άλλα πολλά συνέθεταν τις απόψεις του Χρυσόστομου περί της ζωής στην επαρχία. Αποσπάσματα διατριβής του εικοσιπενταετούς βίου του με αποδέκτες τα γερόντια που γέμιζαν τα τραπεζάκια του επαρχιακού καφενείου.

Το πρόβλημα του Χρυσόστομου, πρόβλημα τόσων νέων ανθρώπων που κατέληξαν να βράζουν στο καζάνι της πρωτεύουσας. Ο ίδιος, παρά τα παράπονά του, έμενε πιστός οπαδός της βουκολικής ζωής. Και ίσως ενδόμυχα έψαχνε για ένα ειδύλλιο σαν αυτό του Τάσου με την Γκόλφω. Η βοσκοπούλα του όμως δεν έλεγε να φανεί. Κι αν, αραιά και που, εμφανιζόταν καμιά, ούτε που γύριζε να τον κοιτάξει. Γιατί οι εν λόγω κόρες ήταν φοιτήτριες που επέστρεφαν Χριστούγεννα και Πάσχα για να τηρήσουν τα ήθη και τα έθιμα της πατρίδας ή πάλι κάτι καταξιωμένες επαγγελματίες που περιέφεραν το κοινωνικό τους γίγνεσθαι στη γη των προγόνων για τυπικούς και μόνο λόγους.

Ο Χρυσόστομος δεν ήταν και κανένας παίδαρος, δεν του έλειπε όμως το κάτι τις του. Άλλο ήταν το πρόβλημά του: του έλειπαν οι παρέες της ηλικίας του. Όλοι σχεδόν οι συνομήλικοί του είχαν φύγει για την Αθήνα, ενώ αυτός είχε μείνει πίσω να μιλάει στα γίδια του. Α, ξέχασα! Και στην οθόνη της τηλεόρασης. Γιατί, σαν σύγχρονος βοσκός διέθετε και βίντεο κι έπνιγε τον πόνο του στις ταινίες. Ειδικά ο ελληνικός κινηματογράφος του πενήντα κι εξήντα ήταν η μεγάλη του αδυναμία. Κι εκείνο το “Κορίτσια στον ήλιο” η αγαπημένη του ταινία. Είχε αγοράσει μια κόπια, άσε που την είχε βάλει και σε περίοπτη θέση απ’ όπου την έβγαζε τρις εβδομαδιαίως για να εντρυφήσει στο περιεχόμενό της.

Καμιά λεπτομέρεια του έπους του δεν του είχε ξεφύγει και μπορούσε να σου επαναλάβει όλους τους διαλόγους χωρίς να χάσει ατάκα. Καθώς κοίταζε τον ήλιο που χανόταν στη δύση του, έπαιρνε την Άναμπελ από το χέρι και την πήγαινε στο ποτάμι να της δείξει τις καβουρομάνες και τα βατράχια ή τα κατακίτρινα σπάρτα που φύτρωναν μέχρι κάτω τις όχθες.

Κι ύστερα το όνειρο έσκαζε σαν σαπουνόφουσκα κι ερχόταν αντιμέτωπος με τη ζοφερή πραγματικότητα. «Δεν υπάρχει Άναμπελ ούτε καν Γκόλφω», μονολογούσε κι αναστέναζε.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο Χρυσόστομος συλλογιζόταν τα χρόνια που τον περίμεναν. Αν δεν έπαιρνε δραστικά μέτρα, η ζωή του όλη θα περνούσε με τα όνειρα, το βίντεο και τους δεκάρικους λόγους του καφενέ. Σε λίγο έμπαινε ο χειμώνας, ένας χειμώνας για ψυχές μοναχικές, για ανθρώπους κυκλοθυμικούς. Αυτός όμως ήταν ζωντανός, γερός και περήφανος για τον εαυτό του.

Ορφανός από μικρός, δεν κάθισε να γράψει το δράμα της ζωής του. Δούλεψε σκληρά κι έτσι είχε σήμερα μια μικρή περιουσία. Κι ό,τι έμαθε, δεν το χρωστούσε στην κρατική θαλπωρή. Από κει πήρε τα βασικά. Αγαπούσε όμως τα βιβλία και διάβαζε ό,τι του τύχαινε. Έτσι, για να πηγαίνει κι ο νους παραπέρα, όπως έλεγε.

Εκείνο το φθινόπωρο λοιπόν, ο Χρυσόστομος πήρε μια μεγάλη και συνάμα παράξενη απόφαση. Να μάθει κολύμπι. Ντροπή του να μη ξέρει! Θα έκανε όμως εξάσκηση στο ποτάμι, σάμπως και γίνει ρεζίλι αν κατέβαινε με την πρώτη στην παραλία της γειτονικής πόλης. Και μετά, μέσα στο καλοκαίρι, όλο και κάποια θα τον πρόσεχε! Δηλαδή, οι άλλοι τι παραπάνω είχαν από αυτόν; Τίποτα! Κι από αυτοπεποίθηση, μπόλικη.

Στην αρχή, όλα φαινόντουσαν εύκολα. «Το ζήτημα είναι να συνηθίσεις», έλεγε. Αρχές Οκτωβρίου κι ο καιρός ακόμα γλυκός. Το ποταμίσιο νερό βέβαια δεν είχε καμιά σχέση με αυτό της θάλασσας. Σε ορισμένα σημεία του, εκεί που τα δέντρα σχημάτιζαν πυκνή συστάδα, ήλιος δεν έφτανε σχεδόν. Είχε να υπολογίσει και τα ρεύματα. Παρά τις όποιες ταλαιπωρίες του όμως, όσο το φθινόπωρο κρατούσε, δεν υπήρχε τίποτα καλύτερο από το να ξαπλώνει στις μπλεγμένες ρίζες του τεράστιου πλάτανου με τα πόδια του να βυθίζονται στην ψιλή άσπρη άμμο.

Με το που μπήκε ο Νοέμβριος, τα πράγματα άλλαξαν. Έπιασε απότομο κρύο και η επιφάνεια του νερού κρυστάλλωσε τόπους-τόπους. Παρόλα αυτά ο Χρυσόστομος δεν το έβαλε κάτω. Το κολύμπι εξακολουθούσε καθημερινά σχεδόν. Το Δεκέμβριο όμως το νερό είχε πια παγώσει. Κι εσκιμώος να ήταν δεν θα μπορούσε να αντέξει!

(συνεχίζεται...)

 

Ευρυδίκη Αμανατίδου


 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ :



Η επιφοίτηση (Μέρος 2ο)

 

 

Η σωτήρια διάσωση

 

 

Αυτή η μουσική. Το διήγημα του Διονύση Μαρίνου.

 

 

 

 

Ο τοίχος με το ζωγραφισμένο παράθυρο

 

 


 

Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner

Your Say!

Banner

Authors

Μαριλένα Παππά Ευρυδίκη Αμανατίδου Μαρίνα Φραγκεσκίδου

 

 

 

Γεωργία Λάττα Γιάννης Λαμπράκης Μαρία Δασκαλάκη

 

 

 

Μαριάννα ΤεγογιάννηΧάρης Γαντζούδης Σώφρονας Τριμπουλέ

 

 

 

Connect!

 

 

 

 

 

 

Copyright © 2017 Deity.gr. All Rights Reserved.