Η επιφοίτηση (Μέρος 2ο)

Από την Ευρυδίκη Αμανατίδου

Έφτασαν κι οι μέρες των Χριστουγέννων κι έφεραν μαζί το κοπάδι των παλιών συμμαθητριών. Ο Χρυσόστομος το σκέφτηκε καλά το πράγμα. Αυτή τη φορά θα εντυπωσίαζε. Αφού οι βοσκοί δεν είχαν πέραση, θα ακολουθούσε κι αυτός τη μόδα. Άμ’ έπος, άμ’ έργον! Γύρισε από την πόλη φορτωμένος. Άλλαξε ρούχα, άλλαξε παπούτσια, άλλαξε μαλλί. Γενικά, έγινε ένας σοφιστικέ κτηνοτρόφος. Αγόρασε και κινητό.

Παραμονή Χριστουγέννων και να σου τον στο πιο πολυσύχναστο καφέ της αρκαδικής μεγαλούπολης. Βρήκε τις συμμαθήτριες στριμωγμένες στο γωνιακό καναπέ, να ανταλλάσσουν τα τελευταία κουτσομπολιά. Κάθισε σ’ ένα κοντινό τραπέζι, ασφαλής πίσω από γυαλιά ηλίου. Με την καπαρντίνα, το κινητό αφημένο ανέμελα πάνω στο τραπεζάκι δίπλα στην ασημένια θήκη των τσιγάρων του, μόνο μια οικονομική εφημερίδα τού έλειπε για να ολοκληρώσει την εικόνα του επιτυχημένου σύγχρονου επιχειρηματία. Οικονομική εφημερίδα δεν είχε, έπινε όμως δήθεν αδιάφορα τον εσπρέσσο του, ενώ παράλληλα είχε στήσει αυτί. Έμαθε για το Σάκη, το Μάκη, τον Τάκη της κάθε μιας, για το Βαρελάδικο, το Σκυλάδικο και όλα τα συναφή κέντρα υψηλόβαθμης διασκέδασης. Από τη μια ζήλεψε, από την άλλη συγχύστηκε. Ζήλεψε για τη ζωή που έκαναν, και για τον ίδιο λόγο συγχύστηκε.

Μ’ εκείνα και με τούτα, ούτε που κατάλαβε για πότε έφτασαν τα Φώτα. Οι γιορτές ήρθαν κι έφυγαν.

«Παραμονή Θεοφανίων», σκέφτηκε ο Χρυσόστομος. «Αύριο θα ρίξουν το σταυρό». Κι αυτό του έγινε έμμονη ιδέα. Η ώρα που ο σταυρός θα χανόταν στο νερό του ποταμού και κάποιοι θαρραλέοι θα βούταγαν να τον πιάσουν. Η μέρα που μαζευόταν τόσος κόσμος που δεν είχες τόπο να σταθείς.

Στα πιο πολλά μέρη, έριχναν το σταυρό δεμένο με σκοινί και τον τραβούσαν ξανά. Στα μέρη του Χρυσόστομου όμως, το έθιμο έμενε αναλλοίωτο. Κι όσο κι αν αυτό φαινόταν παράξενο και για πολλούς αναχρονιστικό, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που αψηφούσαν το κρύο και, υπό τις ιαχές της μαρίδας, προσπαθούσαν να ανασύρουν το αγιασμένο σύμβολο.

Ανήμερα Φώτα. Επιτέλους! Ο Χρυσόστομος το είχε πάρει πια απόφαση, θα έπεφτε να πιάσει το σταυρό. Τι το μάθαινε το κολύμπι; Τι βούταγε βδομάδες ολόκληρες στα παγωμένα νερά; Το γνώριζε πια απ’ έξω κι ανακατωτά το ποτάμι. Μπορούσε να συναγωνιστεί ως κι εκείνον τον Αλέξη, το γιο του δάσκαλου -μικρά παιδιά ήτανε φίλοι κολλητοί- εκείνον ντε που είχε πάρει και χάλκινο μετάλλιο στους περσινούς πανελλήνιους αγώνες.

«Εσύ πιο γρήγορος, εγώ πιο έξυπνος», σκεφτόταν καθώς πίσω από ένα δέντρο έβλεπε τον κόσμο να μαζεύεται μυρμηγκομάνι στο ποτάμι, ενώ οι υποψήφιοι βουτηχτές είχαν φορέσει τα μαγιό τους και περίμεναν με το δέρμα τσιτωμένο σαν του κοτόπουλου, το παράγγελμα για να πέσουν στα νερά.

Ο Χρυσόστομος άρχισε να ξεντύνεται όλο φούρια. Τον είχε ζώσει η αγωνία κι ένοιωθε το στομάχι του στο στόμα. Η φωνή του αρχιμανδρίτη ενωνόταν με αυτές των τριών παπάδων κι έφτανε μπερδεμένη στα αυτιά του. Ολόγυμνος με το μαγιό στο χέρι, κάνει να σηκώσει το πόδι του να το φορέσει κι εκεί γίνεται το κακό! Παραπατάει στις κροκάλες της όχθης και πέφτει μονομιάς στο νερό.

«Αμάν, ρεζίλι θα γίνω», ήταν ό,τι πρόλαβε να σκεφτεί ο Χρυσόστομος, καθώς άκουσε τον παφλασμό του σταυρού που χανόταν μέσα στο ποταμίσιο νερό.

Και μετά δεν σκέφτηκε τίποτα άλλο, καθώς βούταγε και ξαναβούταγε μέχρι τον αμμουδερό βυθό, καθώς ξέμπλεκε τις ρίζες των αιωνόβιων δέντρων που ξεπρόβαλλαν εδώ κι εκεί.

«Κάτι γυαλίζει! Θεέ μου, κάνε να είναι ο σταυρός!» χιλιοπαρακάλεσε ο Χρυσόστομος μέχρι που βεβαιώθηκε πως τα χέρια του άγγιξαν το γνώριμο σχήμα, μέχρι που αναδύθηκε στην επιφάνεια κι ένιωσε όλες τις αχτίνες του ήλιου που μόλις είχε ξεπροβάλει από τα σύννεφα, να στραφταλίζουν πάνω στο χρυσάφι του σταυρού.

«Τον βρήκα! Τον βρήκα!» φώναξε να τον ακούσουν όλοι καθώς φίλαγε τον σταυρό.

Το πλήθος αναταράχτηκε, πολλοί έσκιασαν τα μάτια να δουν καλύτερα.

«Ποιος είναι;» ρωτούσαν ο ένας τον άλλο.

«Ο Χρυσόστομος! Ο Χρυσόστομος της Παναγούλας!»

Ο Χρυσόστομος είχε φτάσει πια το πλήθος κι ετοιμαζόταν να βγει. Είχε ξεχάσει ως και τη γύμνια του, έβλεπε μόνο τον παπα Φώτη, τον παιδικό του εξομολογητή που με δάκρυα στα μάτια τού φώναζε: «Ευλογημένο να είσαι τέκνο μου!»

Τότε ακούστηκε η πρώτη φωνή που σκεπάστηκε από άλλες αντρικές, γυναικείες, παιδικές.

«Είναι γυμνός!»

«Καλέ, αυτός είναι τσίτσιδος!»

«Μπράβο σώμα ο Χρυσόστομος!» θαύμασαν οι παλιές συμμαθήτριες. «Κοίτα γραμμώσεις, κοίτα κοιλιακούς!»

Ο Αλέξης ο κολυμβητής τον κοίταζε σκυλιασμένος από το κακό του.

«Μια πετσέτα, χριστιανοί!» φώναξε ο παπα Φώτης.

Σχεδόν αμέσως, ο Χρυσόστομος αισθάνθηκε ένα χνουδάτο ρούχο να τον σκεπάζει, ενώ ο αρχιμανδρίτης ξεπερνώντας την έκπληξή του τον ευλογούσε.

Κανένας δεν ρώτησε ποτέ πώς ο Χρυσόστομος βρέθηκε γυμνός στο ποτάμι. Αυτός που έπιανε τον σταυρό έχαιρε γενικής και αναμφισβήτητης εκτίμησης. Και σαν η επιφοίτηση να ήρθε ξαφνικά να φωλιάσει στα κεφάλια και την καρδιά των μέχρι πρότινος αδιάφορων εκπροσώπων του γυναικείου φύλου, ο Χρυσόστομος έγινε το μήλο της έριδος στα χέρια των παλιών συμμαθητριών.

Τώρα που τελειώνω αυτές τις γραμμές, ο ταχυδρόμος μού χτύπησε την πόρτα. Μέσα στα γράμματα βρήκα κι ένα προσκλητήριο. Ο Χρυσόστομος παντρεύεται στα μέσα του ερχόμενου μήνα μια κοντοχωριανή του που ζούσε χρόνια στην πρωτεύουσα. Το αξιομνημόνευτο είναι πως η μέλλουσα νύφη, που δεν ήθελε ούτε να ακούσει για επιστροφή στις ρίζες της, μαζί με τους όρκους αιώνιας πίστης και αφοσίωσης που θα ανταλλάξει με τον Χρυσόστομο, δέχτηκε να ανταλλάξει και τη ζωή στην Αθήνα με την επάνοδο στη γη των προγόνων. Άβυσσος η γυναικεία ψυχή!

 

ΤΕΛΟΣ

 

Ευρυδίκη Αμανατίδου

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ :


 

 

Για δυνατούς λύτες

 

 

Δύσκολοι καιροί για επανάσταση, πατέρα...

 

 

Μ.Π.Ο. (Μη πραγματοποιημένα όνειρα). Γράφει ο Γιάννης Φαρσάρης.

 

 

 

Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner

Your Say!

Banner

Authors

Μαριλένα Παππά Ευρυδίκη Αμανατίδου Μαρίνα Φραγκεσκίδου

 

 

 

Γεωργία Λάττα Γιάννης Λαμπράκης Μαρία Δασκαλάκη

 

 

 

Μαριάννα ΤεγογιάννηΧάρης Γαντζούδης Σώφρονας Τριμπουλέ

 

 

 

Connect!

 

 

 

 

 

 

Copyright © 2017 Deity.gr. All Rights Reserved.