Η πιο σπάνια συλλογή (Μέρος 2ο)

Γράφει η Ευρυδίκη Αμανατίδου

Στα χρόνια που πέρασαν, σπάνια έβλεπε το γιο του, απλά και μόνο για να εκτελέσει τις τυπικές πατρικές υποχρεώσεις. Πάντα του έφερνε ένα μεγάλο δώρο, αρκούσε όμως αυτό άραγε σε ένα παιδί;

Κι έτσι η ζωή του Θωμά πέρασε σκαλίζοντας τα πιο απίθανα μέρη του κόσμου, υπηρετώντας τις συλλογές του. Από μακριά, παρακολουθούσε την πορεία του ενήλικου πια Μενέλαου που έστησε τη δική του ζωή και τη δική του οικογένεια.

Κι ο ήλιος μας κάποια στιγμή γέρνει στη δύση του. Τότε ίσως είναι που οι περισσότεροι αγωνιούν να κερδίσουν μια θέση στον Παράδεισο κι άλλοι πάλι προσπαθούν να συμβιβαστούν με τη μοναξιά τους. Ο Θωμάς πάντα έλεγε πως δεν είχε ανάγκη κανέναν.

Η αρρώστια χτύπησε την πόρτα του και εγκαταστάθηκε στο παλάτι με τις συλλογές που άρχισαν να εξανεμίζονται η μία μετά την άλλη σε γιατρούς και νοσοκομεία. Εσφαλμένες κινήσεις του παρελθόντος μπήκαν κι αυτές στην κατοικία του Θωμά για να εδραιώσουν την λαϊκή ρήση «στερνή μου γνώση να σε είχα πρώτα».

Καταρρακωμένος και αδύναμος, εκεί στη δύση της ζωής του, κατάλαβε πως δεν είχε κανέναν και τίποτα δίπλα του, τίποτα εκτός από αντικείμενα, όσα του είχαν απομείνει, κλεισμένα σε προθήκες, ντουλάπια και ερμάρια. Οι συλλογές του έμοιαζαν να του χαμογελούν χαιρέκακα επιδεινώνοντας την κατάσταση της υγείας του.

Την πρώτη ημέρα που βγήκε μετά από πολύ καιρό από το σπίτι του, κάθισε αποκαμωμένος σε ένα παγκάκι του γειτονικού πάρκου. Μια μπάλα τσούλησε μέχρι τα πόδια του και καθώς ο Θωμάς την έπιασε, ένας μπόμπιρας ήρθε τρέχοντας να την διεκδικήσει.

Ο Θωμάς κοίταξε τον μικρό στα μάτια κι ένιωσε ένα τσίμπημα στην καρδιά. Το παιδί τού θύμισε πως κάποτε ήταν κι ο ίδιος γονιός.

Γύρισε στο σπίτι του αναστενάζοντας και με τρεμάμενα χέρια σχημάτισε στο τηλέφωνο ένα νούμερο που είχε χρόνια να πάρει. Βγήκε ο αυτόματος. Άφησε ένα απλό λιγόλογο μήνυμα. Μετά πήγε κούτσα-κούτσα μέχρι το ντουλάπι που φυλούσε εκείνη την πρώτη παιδιάστικη συλλογή με τα γραμματόσημά του, τράβηξε το παλιό ντοσιέ και κάθισε στο τραπέζι ξεδιπλώνοντας τις αναμνήσεις του. Όμως δε μπορούσε πια να παίξει με τα πολύχρωμα χαρτάκια, να φυσήξει απαλά τις γωνίες τους και να κάνει ταξίδια χαζεύοντας τα άτεχνα σχέδιά τους. Τα χρώματά τους είχαν ξεθωριάσει, λες κι έπαιρναν εκδίκηση που κανένα παιδικό βλέμμα δεν είχε σταθεί εδώ και δεκαετίες πάνω τους.

Ο Θωμάς κούνησε το κεφάλι. Κάποτε είχε την αγάπη ενός μικρού παιδιού κι αυτός την είχε πνίξει με τη στενοκεφαλιά του. Πόσα περιθώρια είχε να αλλάξει τη ζωή του, να πει τις λέξεις που τώρα κάθονταν κόμπος στο λαιμό του;

Πήρε ένα κομμάτι χαρτί και με τρεμάμενα χέρια ξεκίνησε ένα γράμμα στο παιδί του ζητώντας του συγχώρεση. Λίγο προτού γράψει την τελευταία πρόταση, χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού του. Σέρνοντας τα βήματά του, άνοιξε την πόρτα για να αντικρίσει το γιο του. Η καρδιά του έστειλε ένα προειδοποιητικό μήνυμα. Την αγνόησε σκουπίζοντας βιαστικά τα δάκρυα που κύλησαν αθόρυβα στα μάγουλά του.

Αμήχανες στιγμές αυτές, φέρνουν μαζί τους κι όλες εκείνες που ο χρόνος κράτησε στις παλάμες του.

Μια παιδιάστικη συλλογή πάνω σε ένα φθαρμένο πια τραπέζι. Ο Μενέλαος σήκωσε το διπλωμένο χαρτί και διάβασε. Κοίταξε τον πατέρα του που ο πόνος του, ψυχικός και σωματικός, καθρεφτιζόταν σε ένα ζευγάρι κουρασμένα μάτια.

«Είναι αργά παιδί μου…»

Αν ήταν ερώτηση ή κατάφαση αυτό, ποτέ του δεν το έμαθε ο Μενέλαος. Ο πατέρας του άφησε την τελευταία του πνοή, στην προσπάθειά του να σπρώξει εκείνη την πρώτη συλλογή προς το μέρος του γιου του. Σαν να έσπρωχνε την ύστατη στιγμή όλη εκείνη την παραμερισμένη αγάπη.

Η πρώτη συλλογή, η αλλοτινή αγαπημένη, δεν κρύφτηκε ποτέ πια σε κάποιο σκοτεινό ντουλάπι. Ο Μενέλαος την τοποθέτησε πάνω στο γραφείο του, να την κοιτάζει με μια αδιόρατη θλίψη. Μέσα της έκλεινε όλες εκείνες τις στιγμές που ο χρόνος είχε παγώσει διατηρώντας τις ατόφιες στο ταξιδιάρικο μυαλό ενός μικρού παιδιού.

Μια συλλογή καμωμένη με αγάπη κι όνειρα, η πιο σπάνια συλλογή.

«Τι παράξενο!» σκεφτόταν όποτε την κοιτούσε ο Μενέλαος. «Τόσα χρόνια και τα χρώματα μένουν ακόμη ζωηρά». Και κάθε φορά έκανε την ίδια κίνηση. Σκύβοντας φυσούσε απαλά τα γραμματόσημα του πατέρα του, εκεί που η νερομπογιά, βαλμένη από άτσαλα παιδικά δάχτυλα, είχε φουσκώσει το χαρτί.

 

 

ΤΕΛΟΣ

 

Ευρυδίκη Αμανατίδου


 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ :


Η πιο σπάνια συλλογή (Μέρος 1ο)

 

 

Η μπουκίτσα της ημέρας

 

 


Μια, κάποια απάντηση

 

 


Επιτέλους ξέρω τι θέλω!

 

 

 

Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner

Your Say!

Banner

Authors

Μαριλένα Παππά Ευρυδίκη Αμανατίδου Μαρίνα Φραγκεσκίδου

 

 

 

Γεωργία Λάττα Γιάννης Λαμπράκης Μαρία Δασκαλάκη

 

 

 

Μαριάννα ΤεγογιάννηΧάρης Γαντζούδης Σώφρονας Τριμπουλέ

 

 

 

Connect!

 

 

 

 

 

 

Copyright © 2017 Deity.gr. All Rights Reserved.