Η στατιστική του έρωτα (Μέρος 2ο)

Γράφει η Ευρυδίκη Αμανατίδου

Με το ζόρι σπρώχνω την περιστροφική πόρτα. Τα πόδια μου διαμαρτύρονται, ιδρωμένα τούμπανα μέσα στα παπούτσια. Με τρόπο κοιτάζομαι στον καθρέφτη. Εξωτερικά φαίνομαι εντάξει. Παλεύοντας με τις αμφιβολίες μου για το αν θα την δω ή όχι, μπαίνω στο καφέ. Αδιάφορα κατευθύνομαι στη γωνία μου. Αν ουδέποτε μου έκανε εντύπωση που πάντα έβρισκα αδειανό το ίδιο τραπεζάκι, σε σημείο που να το θεωρώ δικό μου, σήμερα το σερί μου σπάει. Είναι πιασμένο. Πάω να στραβομουτσουνιάσω. Καταφέρνω ευτυχώς μόνο μια ελαφριά σύσπαση των χειλιών καθώς συνειδητοποιώ πως ΑΥΤΗ κάθεται στη θέση μου. Κοιτάζω αμήχανα δεξιά κι αριστερά. Διάβολε! Κάνει ζέστη εδώ μέσα. Τι τους έπιασε καλοκαίρι καιρό να θερμάνουν το χώρο;

Τα μάγουλά μου καίνε. Νομίζω πως περνάνε ώρες μέχρι να κάτσω κάπου, να βρω μια θέση που να μου επιτρέπει να κοιτάζω ΑΥΤΗΝ.
Χαμογελάει; Ναι! Αυτάρεσκα. Το έκανε επίτηδες, χαίρεται που με έφερε σε δύσκολη θέση. Και μετά προσπαθώ να συνετίσω τον εαυτό μου.
«Γράφει πουθενά πως θα πήγαινες να κάτσεις εκεί; Για να δούμε τώρα, μεγάλε διδάσκαλε του Γένους, τι θα κάνεις;» μονολογώ ασυνάρτητα.
Ο τρίτος καφές της ημέρας είναι διπλός. Κοιτάζω με τρόπο. Και σήμερα, είναι ντυμένη στην τρίχα. Το σκίσιμο της μακριάς της φούστας αφήνει μιαν υποψία ποδιού να φανεί. Αναπηδάω στην καρέκλα μου. Τι έχει και με προκαλεί να την προσέξω; Όχι! Αυτό δεν θα περάσει. Εδώ δουλεύουμε, δεν παίζουμε! Βγάζω τις σημειώσεις μου και προσπαθώ να συγκεντρωθώ. Μισοκλείνω τα μάτια και όταν τα ανοίγω ξανά, τη βλέπω κάτι να γράφει. Φορούσε κι εχτές άραγε γυαλιά; Δεν θυμάμαι, τίποτα δεν θυμάμαι. Αυτό είναι ανησυχητικό. Άντε μακριά από εμάς!
Ένα ζευγαράκι πιο πέρα, κουβεντιάζει. Στήνω αυτί, έτοιμος να κωδικοποιήσω ό,τι μου κάνει εντύπωση. Μάταια! Εγώ που είχα την ικανότητα να παρακολουθώ τρεις διαφορετικές συζητήσεις σε εξέλιξη, νιώθω ξαφνικά τα αυτιά μου βουλωμένα. Κι ΑΥΤΗ με κοιτάζει και χαμογελάει συνωμοτικά. Να πάω να της μιλήσω; Τι να της πω; Δε ξέρω! Εγώ, εγώ που έχω γεμίσει χιλιάδες σελίδες χαρτιού, δεν μπορώ να βρω δυο κουβέντες. Το μυαλό μου χάος και η μνήμη μου κενή. Την παρατηρώ χωρίς ακόμα να καταλαβαίνω τι ήρθε να κάνει εδώ. Με τον φόβο πως αυτή η ιστορία θα με καταντήσει φυτό, αποφασίζω να την πλησιάσω.
Δε προλαβαίνω, η καρέκλα της είναι άδεια. Μόνο το άρωμά της πλανιέται στο χώρο ανακατεμένο με τη μυρωδιά του καφέ και του καπνού. Να ρωτήσω τους σερβιτόρους; Δεν είναι άσχημη ιδέα.
Οι ελπίδες υπάρχουν για να ναυαγούν. Κανένας δεν γνωρίζει το παραμικρό. Η επόμενη και η μεθεπόμενη μέρα περνούν σκοτεινές και τρισάθλιες. Στο καφέ, το τραπέζι μένει άδειο. Την τρίτη μέρα έχω φτάσει στα όριά μου. Μήπως αρχίζω και τρελαίνομαι; Δεν θέλει και πολύ ο άνθρωπος για να την πάθει!
Επιτέλους, την τέταρτη μέρα εμφανίζεται. Με τρόμο συνειδητοποιώ πόσο αδέξιος έχω γίνει. Τραβάω την καρέκλα με θόρυβο, παλεύω με τη ζαχαριέρα και το καπάκι πέφτει στον καφέ μου, σκορπίζω στάχτες από το τσιγάρο στο παντελόνι μου. Κρυφοκοιτάζω. Ο σερβιτόρος την πλησιάζει μ ένα μπουκέτο λουλούδια. Η ζήλια με κατατρώει αργά και βασανιστικά. Ποιος της στέλνει λουλούδια; Ποιος με πρόλαβε;
Σηκώνεται. Θα φύγει; Όχι! Το μπουκέτο είναι ακόμα πάνω στο τραπέζι. Γιατί να το αφήσει πίσω; Τη βλέπω να έρχεται κατά τη μεριά μου. Σαν στρουθοκάμηλος, σκύβω στις σημειώσεις μου. Γράφω ό,τι μου κατεβαίνει, σκόρπιες λέξεις, μουτζούρες. Κοιτάζω με τρόπο. Ακόμα να γυρίσει. Τα λουλούδια κι αυτά ακόμα στο τραπέζι. Η ώρα περνάει. Ανεξήγητα, νιώθω να έχω γίνει περίγελος. Σηκώνομαι αδέξια. Ο απότομος θόρυβος της καρέκλας κόβει στη μέση τη συζήτηση των διπλανών. Με κοιτάζουν και συνεχίζουν ψιθυριστά.
Ο σερβιτόρος με προλαβαίνει μπροστά στην περιστροφική πόρτα.
«Κύριε Πέτρο! Τα λουλούδια σας!»
Ανοίγω το στόμα να του πω πως κάποιο λάθος έχει γίνει, αυτά τα λουλούδια δεν είναι δικά μου, δεν το κάνω όμως.
Βουλιάζω ξανά σε μια πολυθρόνα και στριφογυρίζω το μπουκέτο αμήχανα στα χέρια μου. Ένα διπλωμένο χαρτί πέφτει. Το διαβάζω στην αρχή με έκπληξη και μετά γελάω, γελάω δυνατά, αδιαφορώντας για το επιτιμητικό βλέμμα του ρεσεψιονίστ. Το σημείωμα γράφει ακριβώς αυτά:
«Αγαπητέ κύριε Μανθόπουλε,
ανέκαθεν σας εκτιμούσα σαν συγγραφέα. Ώσπου σε κάποια συνέντευξη, σας άκουσα, εντελώς απροκάλυπτα, με καμάρι θα έλεγα, να δηλώνετε πως κλέβετε χαρακτήρες. Όχι από άλλους συγγραφείς βέβαια, αλλά από την ίδια τη ζωή. Δεν σας κρύβω πως μου κεντρίσατε την περιέργεια. Αυτό ήθελα να το δω από κοντά. Και όχι μόνο! Θα εφάρμοζα επάνω σας την ήδη δοκιμασμένη μέθοδό σας. Περιβάλλοντας τον εαυτό μου με το ανάλογο μυστήριο και αντιγράφοντας τις δικές σας κινήσεις, κατάλαβα το παιχνίδι σας. Τι κρίμα που δεν μπορέσατε να με εντάξετε σε μια από τις κατηγορίες που επιφυλάσσετε για τον περίγυρό σας! Δεν καταλάβατε για ποιο λόγο εισέβαλα απρόοπτα στον «χώρο εργασίας» σας. Σας έφερα σε δίλημμα, σας αποπροσανατόλισα, μην το αρνείστε! Ο σερβιτόρος, αυτός ο ίδιος που σας παρέδωσε την ανθοδέσμη που τώρα κρατάτε, με ενημέρωσε πως με αγωνία ρωτούσατε να μάθετε κάποια στοιχεία για μένα. Πώς με αποκαλέσατε; «Μπλαζέ χομπίστρια ή χαμηλού εισοδήματος ψαχνόμενη». Με κάνατε να γελάσω. Ξεχάσατε, βλέπετε, την τρίτη πιθανότητα: «απλά γυναίκα». Κέρδισα το στοίχημα με τον εαυτό μου. Μπλεχτήκατε στον δικό σας ιστό!»

Έτσι απότομα τελείωνε. Εγώ όμως είχα κάθε λόγο να γελάω, να γελάω από χαρά και ανακούφιση μαζί. Κάτω από αυτά τα λόγια, ήταν σημειωμένο ένα νούμερο τηλεφώνου.
Έξω είχε πιάσει ψιλόβροχο. Δεν με ένοιαζε καθόλου. Ξαφνικά, ήμουν ένας χαζός ερωτευμένος!

 

 

ΤΕΛΟΣ

Ευρυδίκη Αμανατίδου

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ :


Η στατιστική του έρωτα (Μέρος 1ο)

 

 


Προξενιό εξ' απροόπτου

 

 

Επαναστάσεις καθημερινής βάρδιας

 

 

Η ιστορία του τυφλού έρωτα

 

 

 

Photo by Muffet

Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner

Your Say!

Banner

Authors

Μαριλένα Παππά Ευρυδίκη Αμανατίδου Μαρίνα Φραγκεσκίδου

 

 

 

Γεωργία Λάττα Γιάννης Λαμπράκης Μαρία Δασκαλάκη

 

 

 

Μαριάννα ΤεγογιάννηΧάρης Γαντζούδης Σώφρονας Τριμπουλέ

 

 

 

Connect!

 

 

 

 

 

 

Copyright © 2017 Deity.gr. All Rights Reserved.