Ο μουσικός του δρόμου (Μέρος 1ο)

Γράφει η Ευρυδίκη Αμανατίδου

Είχα ορκιστεί πως δε θα παντρευτώ, και να που οδεύω προς την εκκλησία. Θα μου πείτε, σε υποχρέωσε κανείς; Χωρίς αμφιβολία, ακόμα και τώρα μπορώ να πατήσω πόδι και να αρνηθώ! Πώς αλλιώς όμως θα σωθούμε από την οικονομική καταστροφή;

Ο κύριος Μάνος, ο γαμπρός, τι γαμπρός αλήθεια! Ακίνητη περιουσία στην Ελλάδα, την Ελβετία και τα νοτιοδυτικά παράλια της Ιταλίας. Λογαριασμοί δισεκατομμυρίων σε τράπεζες ανά τον κόσμο. Ένα τζιπ, μία BMW, δύο πιο μικρά έτσι για τις ανάγκες του προσωπικού. Και κότερο παρακαλώ! Με τέτοια προσόντα, ποιος να πει όχι; Το ότι ο υποψήφιος βρίσκεται στην ανθηρή ηλικία των εξήντα οκτώ Μαΐων και καμία μωρή παρθένος δεν καταδέχτηκε μέχρι στιγμής να ενώσει τη ζωή της μαζί του, δεν έχει την παραμικρή σημασία. Το ότι επίσης, ο φέρελπις αυτός νυμφίος διαθέτει ένα διόλου ευκαταφρόνητο στομάχι, αντίστοιχο προγούλι και μάγουλα, ουδόλως αποτέλεσε αποτρεπτικό παράγοντα για τον πατέρα μου που, σε απάντηση των ξινισμένων μου μούτρων, δήλωσε: «Μα τι νόμιζες; Κανένα χτικιάρη θα σου δίναμε; Οι άντρες με πιασίματα έχουν πέραση τώρα». Μάλιστα! Να και οπαδός της πολιτικής ορθότητας ο μπαμπάς.

«Βρε κουτό!» προσπαθούσε να με πείσει. «Με τέτοια περιουσία, θα ζήσεις σαν βασίλισσα. Αν του κάνεις κι ένα παιδάκι, χαλί θα γίνει να τον πατήσεις».

«Δεν είμαστε με τα καλά μας!» είπα εγώ κι έφτυσα τον κόρφο μου. «Τι να τα κάνω τα λεφτά του, που θα βλέπω την ξινισμένη του μούρη μπροστά μου όλη τη μέρα;»

«Πού ξέρεις;» αναρωτήθηκε ο πατέρας μου. «Έτσι λαίμαργος που είναι ο γαμπρός, μπορεί σύντομα να μείνεις χήρα».

«Εσύ ακόμη δεν με πάντρεψες, τον ξαπόστειλες κιόλας!».

«Όλα ανθρώπινα είναι κόρη μου», φιλοσόφησε ο ρεαλιστής πατέρας μου προτρέποντάς με να ενστερνιστώ την κοσμοθεωρία του. «Στο κάτω-κάτω, πρέπει να σώσουμε το όνομά μας. Βουλιάζουμε Ιφιγένεια! Βουλιάζουμε, και δεν πήραμε τίποτα χαμπάρι».

Αναφερόμενος στον οικογενειακό θώκο, μ’ αυτά και με άλλα, με έπεισε. Ως μία σωστή Ιφιγένεια, θα θυσιαζόμουν κι εγώ για να ξεκινήσουν τα πλοία του πολέμου.

«Η δε γυνή να φοβείται τον άνδρα».

Τα λόγια του παπά με επανέφεραν στην πνιγηρή ατμόσφαιρα της εκκλησίας. Με την άκρη του ματιού, είδα τη μητέρα μου να με προτρέπει να πατήσω το πόδι του αθώου εριφίου, βρίσκοντας συνένοχο και το μικρό μου αδελφό που είχε σκάσει στα γέλια, ενώ ο πατέρας μου έδειχνε ένα επίμονο ενδιαφέρον για τον τρούλο της εκκλησίας. Ο κύριος Μάνος είχε το καρτερικό ύφος χριστιανού αναμένοντος τους λέοντας. Και μόνο που σκεφτόμουν τα πρησμένα του πόδια μέσα στα στενά του λουστρίνια, μου ερχόταν στο μυαλό η εικόνα ενός λουκάνικου.

Κι αυτή η εικόνα με γύρισε μερικούς μήνες πίσω, φθινόπωρο. Τέλος διακοπών, ένα πλοίο στο Αιγαίο, η επιστροφή στην Αθήνα. Εκεί γνώρισα τον Στέφαν, εκεί μαλώσαμε. Δηλαδή, εγώ αρπάχτηκα μαζί του προτού καν μάθω το όνομά του. Για ποιο λόγο; Για ένα τελευταίο αξιολύπητο λουκάνικο που τσιτσίριζε στην τοστιέρα του μπαρ. Εκείνος το διεκδικούσε για τον σκύλο του, εγώ το προόριζα για τον εαυτό μου. Με μια ταχυδακτυλουργική κίνηση, πρόλαβε και το άρπαξε από τα χέρια του μπάρμαν, πέταξε τα λεφτά στον πάγκο, κι εξαφανίστηκε.

Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Από εκείνη τη στιγμή, η παρουσία μου στο πλοίο είχε ένα λόγο, ζούσα για να τον εκδικηθώ. Να τον ξετρυπώσω όπου κι αν βρισκόταν και να τον ξενυχιάσω, να τον σουβλίσω, να τον πολτοποιήσω.

Δεν άργησα βέβαια να τον ανακαλύψω κάτω από ένα υπόστεγο. Ήμουν έτοιμη να του χιμήξω, σταμάτησα όμως εκεί που βρισκόμουν καθώς έβγαλε από τη θήκη του ένα βιολί και άρχισε να παίζει. Χωρίς υπερβολές, ήταν καταπληκτικός, λες και γεννήθηκε με αυτό το βιολί. Το αποκορύφωμα ήταν όταν ο σκύλος του, με ένα τενεκεδάκι στο λαιμό, πέρασε ανάμεσα στους επιβάτες για να μαζέψει το αντίτιμο αυτής της περίεργης παράστασης.

Πλησίασα διστακτικά.

Ο Στέφαν ήταν από την Τσεχία και είχε τα πιο παράξενα γκρι μπλε μάτια που είδα ποτέ μου. Οι λίγες ώρες που απόμεναν μέχρι να φτάσουμε στον προορισμό μας, κύλησαν χωρίς να το καταλάβω. Ο Στέφαν φλυαρούσε για τα ταξίδια του, εν ολίγοις είχε γυρίσει το μισό κόσμο. Στην Ελλάδα βρισκόταν τρία καλοκαίρια, γυρνούσε τα νησιά, συλλέκτης κουλτούρας και εμπειριών, έτσι συνόψισε τη ζωή του.

Φθάνοντας στον Πειραιά, ο Στέφαν, με μιαν ανεξήγητη βιασύνη, σαν να ήταν χρόνια φυλακισμένος και κάποιος του χάρισε ξαφνικά την ελευθερία του, βγήκε σχεδόν τρέχοντας. Τουλάχιστον, είχα προλάβει να του δώσω διεύθυνση και τηλέφωνο. Όσο για τα αντίστοιχα δικά του, ούτε λόγος, αφού το ρητό του ήταν όπου γης και πατρίς.

Πέρασαν μέρες και οι μέρες έγιναν βδομάδες κι εγώ μάταια περίμενα να τηλεφωνήσει. «Ίσως να σκόπευε να το κάνει και να έχασε την κάρτα μου», παρηγορούσα τον εαυτό μου όταν ήμουν στις καλές μου. «Όχι! Ποτέ δεν σκόπευε να κάνει κάτι τέτοιο», ερχόταν ο αντίλογος όταν με έπιανε η απαισιοδοξία μου. Στο δρόμο, σταματούσα κάθε που άκουγα κάποιον να παίζει μουσική. Μάταια! Μετά από τρεις μήνες, έβαλα την ανάμνησή του σε μια απόμερη γωνιά του μυαλού μου κι εκεί την κλείδωσα.

 

(συνεχίζεται...)

 

Ευρυδίκη Αμανατίδου

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ :

 

Ο μουσικός του δρόμου (Μέρος 2ο)

 

 

 


Η επιφοίτηση

 

 

Βιογραφικό Σημείωμα

 

 

 

Μουσείο αυτοκινήτου

 

 

 

Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner

Your Say!

Banner

Authors

Μαριλένα Παππά Ευρυδίκη Αμανατίδου Μαρίνα Φραγκεσκίδου

 

 

 

Γεωργία Λάττα Γιάννης Λαμπράκης Μαρία Δασκαλάκη

 

 

 

Μαριάννα ΤεγογιάννηΧάρης Γαντζούδης Σώφρονας Τριμπουλέ

 

 

 

Connect!

 

 

 

 

 

 

Copyright © 2017 Deity.gr. All Rights Reserved.