Πρόσκληση σε γάμο (Μέρος 1ο)

Γράφει η Ευρυδίκη Αμανατίδου

Εγώ που δεν παντρεύτηκα ποτέ μου, δυο χρόνια τώρα, δεν έχω αφήσει γάμο που να μην έχω πάει. Και κάθε φορά παίρνω κι ένα κομμάτι από τη χαρά των άλλων και την κάνω δική μου.
Θυμάμαι την πρώτη φορά που βρέθηκα σε ένα γάμο απρόσκλητη. Περνούσα έξω από την εκκλησία, κοντοστάθηκα, είδα το γαμπρό που αδημονούσε ιδρώνοντας και σφίγγοντας το μπουκέτο την ανθοδέσμη. Η μητέρα του από κοντά διόρθωνε το λουλούδι στο πέτο, τίναζε αόρατη σκόνη από τις βάτες του σακακιού του. Πιο πέρα οι συγγενείς είχαν πιάσει κουβεντολόι φουσκώνοντας και ξεφουσκώνοντας. Ένα χαρούμενο μελίσσι, περίμεναν με αγωνία τη βασίλισσά τους. Δυνατά κορναρίσματα έκαναν όλα τα κεφάλια να στραφούν, καθώς το νυφικό αμάξι ήρθε και σταμάτησε σχεδόν δίπλα μου.

Κοίταξα τη νύφη, δροσερή και ξένοιαστη, μου θύμισε τα χαμένα μου νιάτα. Σκούπισα το νοτισμένο μου μάγουλο και μηχανικά ακολούθησα το σμάρι των καλεσμένων. Σαν παρείσακτη αισθάνθηκα. Έφυγα προτού τελειώσει το μυστήριο.
Κάθισα σ’ ένα παγκάκι εκεί έξω. Το μυαλό μου γύρισε πίσω στα χρόνια που κύλησαν ορμητικά σαν το νερό που σαρώνει τα πάντα στο διάβα του. Αχ! τα νιάτα. Σε κάνουν υπερφίαλο και σε ξεγελάνε. Νομίζεις πως θα τα έχεις μια ζωή κι αυτά κάποτε σε βαριούνται και σε αφήνουν στα κρύα του λουτρού.
«Σε καλό μου!» μονολόγησα και ρούφηξα τη μύτη μου. Κοίταξα γύρω μου. Ευτυχώς, δεν ήταν κανένας να με δει να κλαίω. Όχι που θα είχε σημασία. Το πολύ να με περνούσαν για καμιά θεία που δεν άντεξε τη συγκίνηση.
Κάθε αρχή και δύσκολή που λένε, κι έτσι απλά το ξεπέρασα. Γιατί από εκείνο το απόγευμα που σαν λαθρεπιβάτης βρέθηκα ανάμεσα στους καλεσμένους, μου έγινε συνήθεια. «Όπου γάμος και χαρά, η Βασίλω πρώτη», λέει η παροιμία. Κάπως έτσι ήταν! Σύντομα, ξεθάρρεψα τόσο που έπιανα και την κουβέντα. Βέβαια μετρημένα λόγια, μην κάνω και καμιά γκάφα! Άφηνα το συνομιλητή μου να με κατατοπίσει για τη συγγένειά του με το γαμπρό ή τη νύφη και μετά κανόνιζα την πορεία μου. Αοριστολογούσα σχετικά με τη δική μου σχέση με τους μελλόνυμφους. Αν βέβαια είχα εξασφαλίσει τα νώτα μου, θρασύτατα έφερνα την κουβέντα στα δώρα του γάμου, στο γαμήλιο τραπέζι ή το ταξίδι του μέλιτος.
«Είστε συγγενής της νύφης; Μήπως είστε θεία του γαμπρού;» ρωτούσαν.
Με τον καιρό απόκτησα αέρα. Σαν πραγματική θεία μιλούσα για το αγοράκι ή το κοριτσάκι -τόσο δα καλέ το θυμάμαι!- επινοώντας ιστορίες εκ του μηδενός. Έχτιζα πυραμίδες μυθοπλασίας χωρίς τύψεις και το γλεντούσα. Καμιά φορά κρυφογελούσα και σκεφτόμουν πως είχα ταλέντο. Έπρεπε να είχα γίνει ηθοποιός. Θυμόμουν τη μάνα μου τότε που είχε φάει μια ζωή στα μπουλούκια. Μέχρι που πέθανε άδοξα στην ψάθα, αχώριστες ήμασταν. Ήξερα όλους τους ρόλους της απ’ έξω, το σανίδι όμως δεν το ήθελα. Ποτέ μου δεν ανέβηκα επάνω του, ούτε κι όταν η μάνα μου αρρώστησε ξαφνικά και κάποιος έπρεπε να παίξει το ρόλο της.
Αυτόν τον ρόλο τον πήρε τελικά η Βέρα που ήμασταν συμμαθήτριες. Μεγάλη θαυμάστρια της μητέρας μου, όταν ερχόταν το μπουλούκι, παράσταση δεν έχανε! Τη Βέρα την κέρδισε η σκηνή. Μεγάλη όμως δεν έγινε ποτέ. Ο πρώτος ρόλος πάντα της ξέφευγε, κάποια της έκλεβε την τελευταία στιγμή τη δόξα. Τώρα, το δυαράκι της στην Κυψέλη ήταν ασφυκτικά γεμάτο από φωτογραφίες κι αποκόμματα, η ζωή της όλη. Άντρα και κόρη που έκανε, της ξέφυγαν κι αυτοί σαν τους μεγάλους ρόλους. Κάποια στιγμή βαρέθηκαν τη ζούρλα της όπως έλεγαν κι οι δυο και πήγαν να ζήσουν στην Αμερική.
Η Βέρα με πήρε τηλέφωνο. Θα ερχόταν για καφέ το απόγευμα. Της είπα κατά τις πέντε. Υπολόγιζα έξη και μισή άντε επτά θα τελειώναμε, ήτανε και Σάββατο, να προλάβαινα και κανένα γάμο!
Η Βέρα άργησε. Το κουδούνι αντήχησε εκνευριστικά στ’ αυτιά μου όταν οι δείχτες του ρολογιού έδειχναν ήδη έξη και δέκα.
«Συχώρα με Ελένη μου! Δε φταίω εγώ. Τρία τέταρτα περίμενα ταξί, δεν ξέρεις τι ταλαιπωρία τράβηξα».
Τότε πρόσεξε που ήμουν ντυμένη στολισμένη και σταμάτησε ξαφνιασμένη.
«Φεύγεις;» ρώτησε μονολεκτικά κι όλη η απογοήτευση φάνηκε στο πρόσωπό της.
Κοίταξα με τρόπο το ρολόι μου. Τι έφταιγε η καημένη η Βέρα; Ας έχανα κι ένα δυο γάμους, δε θα πάθαινα και τίποτα πια!
Πίναμε τον καφέ μας κι η Βέρα με κοίταζε όλο περιέργεια. Στο τέλος δεν κρατήθηκε.
«Ραντεβουδάκι;»
«Άσε μας καημένη στην ηλικία μας. Πάει, το χάσαμε το τρένο! Αυτά είναι για τους νέους».
«Ε, δεν μας πήραν δα και τα χρόνια», θίχτηκε αυτή.
«Δεν λέω αυτό! Εδώ τον εαυτό μας με το ζόρι φέρνουμε βόλτα, να χουμε κι άλλον έννοια;»
«Αυτό ξαναπέστο», βιάστηκε να συμφωνήσει η Βέρα και ρούφηξε με θόρυβο μια γουλιά καφέ.
Αφηρημένη, κοίταζα τα γάντια μου παρατημένα στο τραπεζάκι, όταν ξαναρώτησε.
«Λοιπόν, για πού με το καλό;»
«Σε ένα γάμο πάω», απάντησα, γιατί ήξερα πως από τη Βέρα δεν γλιτώνεις εύκολα.
«Μπα! Παντρεύεται κανένας γνωστός;»
«Πού να σου λέω τώρα! Δεν τους ξέρεις».
«Περίεργο! Συγγενείς και φίλους, τους ξέρω όλους. Δεν είναι και πολλοί. Στα δάχτυλα μετριούνται».
Δεν το είπε από κακία, εγώ όμως βούρκωσα, δεν ξέρω γιατί.
«Έχεις δίκιο», παραδόθηκα αποκαμωμένη. «Ούτε που ξέρω ποιανού είναι ο γάμος. Έτσι, στην τύχη πηγαίνω».
Αναγκάστηκα να της εξηγήσω.
«Ευτυχώς που άνοιξε ο καιρός κι από γάμους ένα σωρό. Φαντάσου το χειμώνα με τις βροχές και τα κρύα, τι τράβηξα!»
Η Βέρα σιγόπινε τον καφέ της αμίλητη.
Πάνω που αναρωτιόμουν αν έπρεπε διακριτικά να της θυμίσω πως ήταν ώρα να φύγω...
«Θα έρθω μαζί σου», μου πέταξε.
Στην αρχή μού κακοφάνηκε. Λες κι ο γάμος ήταν δικός μου και μου εμφανιζόταν απρόσκλητη. Μετά, ήρθα στα συγκαλά μου. Μήπως εμένα με είχαν προσκαλέσει; Γινόμουν παράλογη.

 

 

(συνεχίζεται...)

 

Ευρυδίκη Αμανατίδου

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ :


Πρόσκληση σε γάμο (Μέρος 2ο)

 

 

Η στατιστική του έρωτα

 

 

 

Προξενιό εξ' απροόπτου

 

 

Τραγούδια γάμου

 

 

 

Photo by jmayer

Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner

Your Say!

Banner

Authors

Μαριλένα Παππά Ευρυδίκη Αμανατίδου Μαρίνα Φραγκεσκίδου

 

 

 

Γεωργία Λάττα Γιάννης Λαμπράκης Μαρία Δασκαλάκη

 

 

 

Μαριάννα ΤεγογιάννηΧάρης Γαντζούδης Σώφρονας Τριμπουλέ

 

 

 

Connect!

 

 

 

 

 

 

Copyright © 2017 Deity.gr. All Rights Reserved.