Πρόσκληση σε γάμο (Μέρος 2ο)

Γράφει η Ευρυδίκη Αμανατίδου

Κι έτσι βρεθήκαμε να περιμένουμε τη νύφη, ανακατεμένες με τους καλεσμένους. Η ώρα περνούσε, όλοι αδημονούσαν. Με τα πολλά, το νυφικό αμάξι έφτασε, η πόρτα όμως δεν έλεγε να ανοίξει. Όλοι περιμέναμε παραξενεμένοι, από κάπου ακούγονταν ψίθυροι. Ο γαμπρός πλησίασε κι άνοιξε την πόρτα. «Μαρίνα, τι συμβαίνει;»
Η Μαρίνα όμως δεν έλεγε να βγει. Ο κόσμος άρχισε να μουρμουρίζει. Σκόρπια λόγια πήγαιναν κι ερχόντουσαν πως η νύφη είχε μετανιώσει. Εγώ κι η Βέρα ενστικτωδώς είχαμε πλησιάσει το αυτοκίνητο. Τώρα ακούγαμε φωνές.

«Ουφ! το παλιοκόριτσο», ξεφύσηξε ο πατέρας της νύφης βροντώντας την πόρτα θυμωμένος. «Δεν της αρέσει το χτένισμα, δεν της αρέσει το βάψιμο, δεν της αρέσει το ένα, δεν της αρέσει το άλλο. Σε λίγο θα μας πει πως δεν της αρέσει κι ο γαμπρός. Φταίω εγώ που δεν την έδειρα όσο ήταν μικρή. Αυτά πληρώνω τώρα», έλεγε καθώς αντίκρισε το χαμόγελο της Βέρας.
Και δεν ξέρω αν ήταν η καλοκάγαθη μορφή του ή το κωμικοτραγικό της στιγμής, η Βέρα όμως ένοιωσε πως κάπου εκεί βρισκόταν ο ρόλος που χρόνια πριν της είχε ξεφύγει. Το κατάλαβα από το πρόσωπό της και φοβούμενη τα χειρότερα, τη σκούντηξα διακριτικά. Σαν να συνήλθε, το χαμόγελό της έγινε πιο πλατύ, πλησίασε τον πατέρα της νύφης και είπε: «Μα, δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείτε! Κι εγώ έτσι έκανα στο γάμο μου. Τα νιάτα βλέπετε!» Και το χαμόγελο πλάτυνε κι άλλο, ενώ ο πατέρας της νύφης την κοίταζε σαν μαγεμένος. Κάτι ήθελε να της πει αλλά δίσταζε.
«Εσείς δεν είσαστε η Βέρα Βολάνη;» αποτόλμησε.
Η φιλενάδα μου του έγνεψε καταφατικά.
«Αιώνιος θαυμαστής σας!» τραύλισε αυτός και της φίλησε το χέρι.
Αυτό το «αιώνιος» δεν της καλάρεσε της Βέρας, πάντως γενικότερα κολακεύτηκε που τη θυμόντουσαν ακόμα.
«Λοιπόν, τι λέτε; Μπορώ να μιλήσω για λίγο στη νύφη;» ρώτησε πεταρίζοντας κοκέτικα τις βλεφαρίδες και χωρίς να περιμένει απάντηση, χώθηκε στο αμάξι.
Ένα τέταρτο έμεινε κλεισμένη με τη νύφη, ενώ ο παπάς πηγαινοερχόταν εκνευρισμένος λέγοντας πως δε θα προλάβαινε το επόμενο μυστήριο και πως όλο το πρόγραμμα της εκκλησίας θα πήγαινε πίσω. Ο γαμπρός πηγαινοερχόταν κι αυτός μοιράζοντας βεβιασμένα χαμόγελα.
Και πάνω που το μουρμουρητό του κόσμου -που ευκαιρία δε χάνει όταν διακρίνει σύννεφα στον ορίζοντα, να χαρεί για την επερχόμενη καταιγίδα- όλο και δυνάμωνε, ανοίγει η πόρτα του αυτοκινήτου και πρώτα βγαίνει η Βέρα, απλώνει το χέρι σαν αρχαία τραγωδός, και η νύφη ξεπροβάλλει λαμπερή στο κάτασπρο νυφικό της.
Το μυστήριο τελέστηκε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, κάπως βιαστικά είναι η αλήθεια, για να πάρουν σειρά και οι μετέπειτα.
«Τι λες; Θα μείνεις και στον επόμενο;» ρώτησα τη Βέρα.
«Δεν ξέρω για σένα καλή μου, εγώ όμως θα πάω στο τραπέζι. Και θα σε συμβούλευα να κάνεις κι εσύ το ίδιο».
«Καλά σοβαρολογείς; Δεν έχω δα και τόσο θράσος!»
«Έλα που θίγεσαι! Ο Δημήτρης, ο πατέρας της νύφης θέλω να πω, μας προσκάλεσε και δεν ακούει κουβέντα».
Μιάμιση ώρα αργότερα, ενώ τρώγαμε τα εξαίσια εδέσματα κάτω από τους ήχους μιας απαλής χορευτική μουσικής, δεν κρατήθηκα.
«Μάγια τής έκανες;» ρώτησα μπουκωμένη τη Βέρα.
«Ποτέ δεν μιλάμε με το στόμα γεμάτο εκτός κι αν το κάνουμε για λόγους ορθοφωνίας», με ψευτομάλλωσε κι έσκασε στα γέλια.
«Να δω μέχρι πότε θα με δουλεύεις! Στο κάτω-κάτω, δικός μου ήταν ο γάμος».
«Τι μας λες!» ξαναγέλασε αυτή.
Είδε όμως που πειράχτηκα στ’ αλήθεια.
«Δε θα το πιστέψεις! Όταν μπήκα στο αμάξι, ιδέα δεν είχα τι θα της έλεγα. Έτσι που την είδα όμως κλαμένη, πασαλειμμένη, ξεκίνησα μιαν ιστορία μισή ψέμα-μισή αλήθεια».
Της συστήθηκε σαν θεία που διέπρεπε στα θέατρα της Νέας Υόρκης, πως είχε έρθει ειδικά για το γάμο, πως ο ανιψιός της, ο γαμπρός δηλαδή, της το φύλαγε για έκπληξη και άλλα τέτοια. Η νύφη εντυπωσιάστηκε. Μικρή κοπέλα ήταν, της άρεσαν κι ο κινηματογράφος και το θέατρο.
«Καλά βρε θηρίο, αυτή όταν βγήκε από το αμάξι έλαμπε. Ποιος την έβαψε, ποιος τη χτένισε;»
Η Βέρα χαμογέλασε κι έσκυψε να πάρει τη τσάντα της.
«Ορίστε ο αυτουργός», είπε και σαν ταχυδακτυλουργός, άνοιξε την τσάντα.
Ό,τι είχε σχέση με μακιγιάζ, βούρτσες, τσιμπιδάκια, ως και κουάφ, στριμωχνόταν εκεί μέσα.
«Το θεό σου δεν έχεις», της είπα γελώντας και την αγκάλιασα.
«Και σαν να μην έφταναν αυτά…» συνέχισε ξελιγωμένη. Εκείνη τη στιγμή, πέρασε από δίπλα ο πατέρας της νύφης. Με έκπληξη είδα που έκλεισε το μάτι στη Βέρα.
«Μη μου πεις!» την κοίταξα καλά- καλά.
«Σου το λέω! Ο Δημήτρης δε ξέρει πώς να με ευχαριστήσει. Άσε που δηλώνει καταγοητευμένος», πρόσθεσε η Βέρα και για πρώτη φορά την είδα να κοκκινίζει σαν κοριτσόπουλο.

Έξη μήνες αργότερα.
Έχω φοβερά νέα! Η Βέρα παντρεύεται, το Δημήτρη φυσικά. Και τι μου είπε η άτιμη; Να έχω το νου μου λέει, γιατί θα μου πετάξει τη νυφική ανθοδέσμη. Κι αυτή που θα την πιάσει, λένε πως μέσα στο χρόνο παντρεύεται! Δεν είμαστε με τα καλά μας!
Ποιος είπε πως η τρίτη ηλικία δεν έχει τις χάρες της;

 

 

ΤΕΛΟΣ

Ευρυδίκη Αμανατίδου

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ :


Πρόσκληση σε γάμο (Μέρος 1ο)

 

 

Η ιστορία του τυφλού έρωτα

 

 

Μουσείο αυτοκινήτου

 

 


Αυτός, ο μπαμπάς...

 

 

 

Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner

Your Say!

Banner

Authors

Μαριλένα Παππά Ευρυδίκη Αμανατίδου Μαρίνα Φραγκεσκίδου

 

 

 

Γεωργία Λάττα Γιάννης Λαμπράκης Μαρία Δασκαλάκη

 

 

 

Μαριάννα ΤεγογιάννηΧάρης Γαντζούδης Σώφρονας Τριμπουλέ

 

 

 

Connect!

 

 

 

 

 

 

Copyright © 2017 Deity.gr. All Rights Reserved.