Τα παραμύθια της γιαγιάς (Μέρος 1ο)

Γράφει η Ευρυδίκη Αμανατίδου

Η γιαγιά μου ήταν γνωστή παραμυθατζού. Επίσης τρομερά τσιγκούνα. Και τέλος, φοβόταν και τον ίσκιο της. Ο συνδυασμός και των τριών δημιουργούσε ένα τραγέλαφο στη ζωή της οικογένειας. Ο πατέρας μου δεν την πήρε ποτέ στα σοβαρά. Όταν τον φώναζε να διευθετήσει τους καυγάδες με τα εγγόνια της, εκείνος σφύριζε αδιάφορα και συνέχιζε να διαβάζει την εφημερίδα του. Η μητέρα μου χαμογελούσε στωικά. Σαν άγιος άνθρωπος η ίδια, εφάρμοζε αυτό το περιβόητο «ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω» και συνέχιζε τις οικιακές ενασχολήσεις της.

Έτσι, ο κλήρος έπεσε σε εμένα, την συνονόματη εγγονή της, Ευανθία, να υπομένω και να δοκιμάζω την ανθρώπινη αντοχή μου.

Κάθε Σάββατο, είχα αναλάβει την υποχρέωση να σφουγγαρίζω το δωμάτιό της. Τώρα, αυτό δεν θα το πιστέψει κανείς, αλλά το σπίτι μας, χτισμένο κατά τμήματα σε μακρόστενη μορφή, μάς έδινε τη δυνατότητα να απαλλασσόμαστε ένα μεγάλο διάστημα της ημέρας από τη βιβλική φιγούρα της Ευανθίας της πρεσβύτερης. Η γιαγιά μου διέθετε δωμάτιο που έμοιαζε με γκαρσονιέρα. Με δική του τουαλέτα παρακαλώ!

Κι όσο σφουγγάριζα κατόπιν υπόδειξης του τρεμάμενου δαχτύλου της, ώστε να εξορίσω κάθε ίχνος σκόνης –που και αυτή αρνιόταν επίμονα να εγκατασταθεί στο χώρο, πού να αντέξει, αλήθεια;– τόσο άκουγα τις ίδιες και τις ίδιες ιστορίες. Πώς έφυγαν η γιαγιά και το σόι της το 1922 από τον Πόντο, πώς είχαν ράψει στα φουστάνια κοσμήματα και λίρες, πώς ακόμη και τώρα άκουγε το ποδοβολητό των αλόγων κι έβλεπε στους εφιάλτες της τους διώκτες της.

Ήμουν μικρή τότε και άλλα μου έκαναν περισσότερη, άλλα λιγότερη εντύπωση. Στο προστατευμένο περιβάλλον που ζούσα, δε χωρούσαν φαντάσματα με άλογα και πολεμοχαρείς καβαλάρηδες.

Οι ιστορίες της γιαγιάς έγιναν μακρινός απόηχος όταν μάς άφησε χρόνους. Τα δικά μας χρόνια εξάλλου είχαν γίνει κι αυτά αρκετά. Μεγάλωσα, σπούδασα, παντρεύτηκα και μου έμεινε προίκα η πατρογονική μονοκατοικία, που πεισματικά αρνιόμουν να δώσω αντιπαροχή. Ο κήπος που μου φαινόταν τεράστιος όσο ήμουν μικρή, είχε γίνει τόσος δα, ενώ το σπίτι από ψηλά έμοιαζε με χοάνη που κόντευαν να καλύψουν τα μεγαθήρια που υψώθηκαν με τον καιρό ολόγυρα.

Πεισματάρα ήμουν -αυτό το είχα κληρονομήσει από τη γιαγιά μου, το ίδιο διατεινόταν και ο άντρας μου, κι ας μην είχε γνωρίσει ποτέ του εκείνη στην οποία χρωστούσα το πείσμα και το βαφτιστικό μου όνομα.

Δύσκολα τα φέρναμε βόλτα, αλλά λένε πάντα πως ο έρωτας όλα τα ξεπερνάει. Δεν φέρνω αντίρρηση, όμως αν υπήρχαν και κάποια παραπάνω χρήματα, η ζωή μας θα ανάσαινε καλύτερα.

Ο καθένας μας έκανε ό,τι μπορούσε. Εγώ ψευτοδούλευα με κάτι ιδιαίτερα μαθήματα και τα βράδια σκάρωνα ιστορίες που καμιά φορά έβλεπα τυπωμένες στην τοπική φυλλάδα. Ο καιρός περνούσε, το σπίτι όμως ρήμαζε, καθώς οι δεκαετίες φορτώνονταν στο πέτρινο σκαρί του. Πότε τα κεραμίδια ακολουθούσαν την ιδιοτροπία του χειμώνα και των απανωτών βροχών, πότε ένα ράγισμα ερχόταν από το πουθενά να στολίσει ακόμη έναν τοίχο, πότε οι σωληνώσεις, πότε το ένα, πότε το άλλο, σε δουλειά να βρισκόμαστε.

«Μα κι εσύ βρε κορίτσι μου, άντε να το δώσεις αντιπαροχή, να μπούμε σε ένα διαμέρισμα, να ξέρουμε πως δε θα πέσει να μας πλακώσει!» έλεγε ξανά και ξανά ο άντρας μου, όμως εγώ ακλόνητη, άτεγκτη, απαθής.

Βλέπετε, η εικόνα που είχα ήταν αυτή της παιδικής μου ηλικίας. Το σπίτι ήταν οι αναμνήσεις μου, ο παράδεισός μου και κληρονομιά της γιαγιάς μου που πλάκα στην πλάκα, χρόνια από το θάνατό της, ήταν σαν να ζούσε ακόμη εκεί. Η μόνη τροποποίηση που είχα κάνει εξάλλου στο χώρο ήταν να ρίξω ένα μέρος του τοίχου, για να ενώσω εκείνο το περιβόητο δωμάτιο-γκαρσονιέρα.

Κι έφτασε η στιγμή της κρίσης όπως συμβαίνει πάντα και παντού. Ο κόμπος στο χτένι που λένε, κι εσύ πρέπει να βγάλεις επιτέλους το φίδι από την τρύπα. Πολλή λαϊκή σοφία έπεφτε, καθώς κάθε τρεις και λίγο μου έρχονταν κι άλλες παροιμίες κατά νου, για να με ωθήσουν ένα βήμα πιο κοντά στην απόφαση να θυσιάσω το καμάρι μου. Η αλήθεια είναι βέβαια πως το εν λόγω καμάρι είχε πάρει όψη ασθενούς που διάγει τις τελευταίες στιγμές της ζωής του.

Εκείνο το βράδυ, μόλις έκλεινα τα μάτια κι ερχόταν ο Μορφέας να με πάρει, τα όνειρα κατέληγαν σε εφιάλτες. Λες και το σπίτι εκτόξευε μύδρους παραπόνων εναντίον μου. Λες και εγώ ήμουν ο φταίχτης για όλα τα δεινά που ταλάνιζαν πέτρες, ντουβάρια, αποχετεύσεις και πάει λέγοντας. Αφού είχα πεταχτεί έντρομη καμιά δεκαριά φορές, εκεί προς το ξημέρωμα, απόκαμα και είπα πως ήταν ώρα να σηκωθώ. Μάλλον κοιμήθηκα ξανά κι αυτή τη φορά η επισκέπτρια στο όνειρο ήταν η γιαγιά Ευανθία.

«Ευάνθη!» Έτσι με φώναζε και με εκνεύριζε ακόμη περισσότερο, αυτό το όνομα στο στομάχι μού καθόταν. «Ένα γλυκό δε μου έφτιαξες!»

Μου ήρθε να της απαντήσω πως δεν έβρισκα καμία σκοπιμότητα, μια και οι μεταστάντες ανεπιστρεπτί έχουν εγκαταλείψει αμετάκλητα τη βρώση, συνήθεια που χαρακτηρίζει τους ζώντες. Η γιαγιά όμως επέμενε και μάλιστα ήθελε ρυζόγαλο.

«Αφού ξέρεις πως ό,τι και να κάνω, δεν το πετυχαίνω το ρυζόγαλο» απάντησα στον ύπνο μου.

«Να βάλεις και μια πρέζα αλάτι μέσα!» είπε σοφά εκείνη κι εγώ τινάχτηκα κοιτάζοντας το ξυπνητήρι που έδειχνε πως η ώρα ήταν ακόμη έξη.

 

 

(συνεχίζεται...)

Ευρυδίκη Αμανατίδου

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ :


Τα παραμύθια της γιαγιάς (Μέρος 2ο)

 

 

Το ρολόι στη σοφίτα

 

 

Ο ήχος του κλικ

 

 


Συγγνώμη

 

 

 

Photo by Grakus Art

Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner

Your Say!

Banner

Authors

Μαριλένα Παππά Ευρυδίκη Αμανατίδου Μαρίνα Φραγκεσκίδου

 

 

 

Γεωργία Λάττα Γιάννης Λαμπράκης Μαρία Δασκαλάκη

 

 

 

Μαριάννα ΤεγογιάννηΧάρης Γαντζούδης Σώφρονας Τριμπουλέ

 

 

 

Connect!

 

 

 

 

 

 

Copyright © 2017 Deity.gr. All Rights Reserved.