Τα παραμύθια της γιαγιάς (Μέρος 2ο)

Γράφει η Ευρυδίκη Αμανατίδου

Κατακαλόκαιρο κι η ζέστη ανυπόφορη. Το καλύτερο που είχα να κάνω ήταν να κάτσω να γράψω τίποτα μήπως και πάρω το Πούλιτζερ και σωθώ. Ο άνδρας μου μού θύμισε πως ήταν Κυριακή, ας πηγαίναμε να μας φυσήξει ο θαλασσινός αέρας. Αρνήθηκα επίμονα, γιατί ήξερα πως θα άρχιζε τις γαλιφιές για το φλέγον ζήτημα της κατεδάφισης του σπιτιού.
«Άστο πουλάκι μου να το γκρεμίσει ο εργολάβος προτού πέσει από μόνο του!» θα έλεγε.
«Άμα πέσει, θα γλυτώσουμε και την άδεια κατεδάφισης!» θα απαντούσα.
«Τις ζωές μας δε θα γλυτώσουμε!» θα συνέχιζε εκείνος, και δε θα του έδινα άδικο βέβαια.

Αρνήθηκα την έξοδο να με φυσήξει ο μπάτης.
«Η γιαγιά θέλει ρυζόγαλο!» ανακοίνωσα στον Αριστείδη -όπου Αριστείδης ο σύζυγος- τη σκέψη που με βασάνιζε.
«Με δουλεύεις;»
Του είπα για το όνειρο.
«Θα παράφαγες φαίνεται χθες. Η γιαγιά σου όλο παραμύθια ήταν όσο ζούσε, παραμύθι σου έλεγε και στον ύπνο σου».
Άλλο ένα παραμύθι της γιαγιάς να ήταν λοιπόν η καούρα για ρυζόγαλο;
Κούνησα το κεφάλι μου χωρίς να έχω πειστεί, αλλά κάτι με έτρωγε.
«Άσε να βάλω το φαγητό να ψηθεί και πάμε βόλτα μετά».
Ο Αριστείδης άραξε στην αυλή κι εγώ άνοιξα τα ντουλάπια έχοντας πάρει την απόφασή μου. Επιθεώρησα το ρύζι, το γάλα, το κορν φλάουερ, τη ζάχαρη, τα λεμόνια και στρώθηκα στο έργο.
Ανακάτευα κι ανακάτευα, το μείγμα φούσκωνε και κόχλαζε, θυμήθηκα και την πρέζα το αλάτι, το έριξα κι αυτό μέσα για καλό και για κακό, κι αφού είδα κι αποείδα, κατέβασα το κατσαρόλι από τη φωτιά. Πήρα την κουτάλα της σούπας, να βάλω το ρυζόγαλο σε μπολάκια, έλα όμως που μέχρι να γυρίσω την πλάτη μου, αυτό είχε μισοπήξει.
«Να δεις που το αλάτι θα έφταιγε!» μονολόγησα βλέποντας με τρόμο το ρυζόγαλο να έχει πετρώσει στον αέρα κάπου ανάμεσα στην κουτάλα και το μπολ, σαν αυτοκίνητο που έμεινε από λάστιχο.
«Άντε, πέσε!» παρακαλούσα και τίναζα την κουτάλα απελπισμένα.
Στην πέμπτη στη σειρά προσπάθεια, ακούστηκε ένας υπόκωφος θόρυβος που σίγουρα δεν προερχόταν από το σκεύος που είχε δεχτεί το κατασκεύασμά μου. Σαν μουγκρητό μού φάνηκε, λες κι είχε έρθει ο Εγκέλαδος να μας κάνει επίσκεψη. Κοίταξα γύρω μου έντρομη. Το φωτιστικό δεν κουνιόταν, τα τεντζερέδια στη θέση τους κι αυτά.
«Ευανθία, τρέξε! Το ταβάνι!» φώναξε ο Αριστείδης.
Μέχρι να κάνω τρία βήματα, η σκόνη με είχε πνίξει καθώς έβγαινε σαν πανικόβλητο πλήθος από το πρώην δωμάτιο της γιαγιάς και νυν καθιστικό.
«Τι έγινε;» ρώτησα ανόητα αφού ήταν ηλίου φαεινότερον ότι το ταβάνι μάς είχε αφήσει χρόνους.
Ο Αριστείδης δεν μπήκε καν στον κόπο να μου απαντήσει καθώς νέα κρίση βήχα μάς άφησε άφωνους. Κανένα πεντάλεπτο αργότερα, η σκόνη είχε επιτέλους κατακαθίσει και μπορούσα πια να μπω στον τόπο του μαρτυρίου για να αποτιμήσω το μέγεθος της καταστροφής.
«Είσαι με τα καλά σου;» με σταμάτησε ο άντρας μου. «Ποιος ξέρει τι άλλο θα πέσει στο κεφάλι μας!» συμπλήρωσε τραβώντας με πέρα.
«Άσε με χριστιανέ μου. Ό,τι έγινε, έγινε!» είπα και σαν ηρωική Σουλιώτισσα κατευθύνθηκα στο προσωπικό μου Ζάλογγο.
Κι εκεί ανάμεσα στους σοβάδες, τη σκόνη, τα χώματα, κοίταξα καλύτερα. Αυτόματα, τα μάτια μου στράφηκαν έκπληκτα στο ταβάνι, όπου έχασκαν τα χιαστί ξύλα γυμνά πια από την επένδυσή τους. Και ξανά στο πάτωμα, σαν να μη πίστευα αυτό που έβλεπα μπροστά στα πόδια μου.
«Αριστείδη! Τρέχα! Η γιαγιά!» φώναξα μέσα στην παράκρουση.
Ποιος ξέρει τι φαντάστηκε κι αυτός ο δύσμοιρος! Ήρθε κάθιδρος νομίζοντας πως το πνεύμα της γιαγιάς είχε αποφασίσει να γυρίσει στην επίγεια κατοικία του.
«Λίρες!» είπε ξέπνοα γουρλώνοντας τα μάτια.
«Λίρες!» συμφώνησα κι εγώ σκουπίζοντας στη φούστα μου το αντικείμενο που μάζεψα από το πάτωμα.
Κοίταξα ξανά το ταβάνι, το πάτωμα, τον Αριστείδη, τη λίρα στο χέρι μου και τα αδερφάκια της που είχαν σκορπίσει από δω κι από εκεί.
«Η γιαγιά! Το ρυζόγαλο!» είπα σκουπίζοντας τη σκόνη μαζί με τα δάκρυα από τα μάτια μου.
Οι ιστορίες της γιαγιάς δεν ήταν καθόλου παραμύθια τελικά. Ο θησαυρός που έλεγε, υπήρχε πάντα στο σπίτι. Πώς και πότε καταχωνιάστηκε στο ταβάνι, σε ένα κουτί που είχε στερεωθεί στις σανίδες, δεν ήταν κάτι που μπορούσα να εξηγήσω. Η γιαγιά μου ήταν παράξενος άνθρωπος. Τσιγκούνα, παραμυθατζού, αλλά και πολυμήχανη. Μπορεί κι η ίδια να το ξέχασε, μπορεί να λιγουρεύτηκε στα αλήθεια γλυκό, εκεί που βρισκόταν ή δε βρισκόταν, μπορεί να λυπήθηκε το σπιτικό της που θα ρήμαζε κι αποφάσισε την ύστατη στιγμή να το σώσει.
Έτσι όπως πάω θα φτιάξω το δικό μου παραμύθι. Δε βαριέσαι! Τίποτα δεν είναι τυχαίο σε αυτή τη ζωή, ακόμη και τα παραμύθια μιας υποχόνδριας γιαγιάς.
Το σπίτι θα επισκευαστεί. Μαζί με τις λίρες, βρήκα ένα βραχιόλι κι ένα ζευγάρι σκουλαρίκια που τα φοράω πια με δόξα και τιμή.

 

 

ΤΕΛΟΣ

Ευρυδίκη Αμανατίδου

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ :


Τα παραμύθια της γιαγιάς (Μέρος 1ο)

 

 

Μια ιστορία για παχουλές σταχτοπούτες

 

 


Το όνειρο πρέπει να ζει

 

 


Πορτοκαλής ήλιος

 

 

 

Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner

Your Say!

Banner

Authors

Μαριλένα Παππά Ευρυδίκη Αμανατίδου Μαρίνα Φραγκεσκίδου

 

 

 

Γεωργία Λάττα Γιάννης Λαμπράκης Μαρία Δασκαλάκη

 

 

 

Μαριάννα ΤεγογιάννηΧάρης Γαντζούδης Σώφρονας Τριμπουλέ

 

 

 

Connect!

 

 

 

 

 

 

Copyright © 2017 Deity.gr. All Rights Reserved.