Το επιθυμητό τροχαίο (Μέρος 1ο)

Από την Ευρυδίκη Αμανατίδου

Με λένε Λιάνα και είμαι σχοινοβάτης σε τσίρκο. Γελάσατε; Εντάξει! Όλοι γελάνε, βρίσκοντας τη δουλειά μου από παράξενη έως αστεία. Στην αρχή, ένοιωθα αμήχανα. Τι αντίδραση κι αυτή να σε βλέπουν και να γουρλώνουν τα μάτια λες κι έχουν μπροστά τους τη γυναίκα με τη γενειάδα! Στο τέλος όμως μπούχτισα, στόμωσα, βαρέθηκα ακόμη κι αυτή τη ζωή στο τσίρκο. Ένας μικρόκοσμος που θύμιζε βαλτόνερα όπου βουλιάζεις αφήνοντας πίσω σου κάτι ελάχιστες φυσαλίδες αέρα.
Πήρα την απόφαση να φύγω. Για πού; Τι θα έκανα; Ερωτήματα ανάξια να βασανίσουν το μυαλό μου καθώς βάδιζα στην άκρη του επαρχιακού δρόμου.
Γρήγορα, η απόδρασή μου εξελίχτηκε σε έναν ωραίο περίπατο στην εξοχή. Καθώς ο δρόμος ανηφόριζε, μόνο ένας στενός πέτρινος τοίχος –ένα μέτρο ψηλός- εξασφάλιζε τον ανύποπτο περαστικό από το να κατρακυλήσει στην απότομη πλαγιά. Για μένα, ήταν απλώς μια πρόκληση. Σκαρφάλωσα κι άρχισα να περπατάω με την ψευδαίσθηση πως ακροβατώ σε τεντωμένο σχοινί. Σήκωσα τα χέρια στο ύψος των ώμων μου, πάτησα στις μύτες των ποδιών και βρέθηκα να κάνω φιγούρες με θεατή το αμέτοχο τοπίο.

Είχα τόσο απορροφηθεί που το κορνάρισμα του φορτηγού και το απότομο στρίγκλισμα των φρένων, μου έκοψε τη χολή. Παραπάτησα κι, ευτυχώς, η εξάσκηση τόσων χρόνων με έκανε να προσγειωθώ στην άσφαλτο και όχι στον πάτο του γκρεμού.
«Είσαι τρελή κοπέλα μου; Να αυτοκτονήσεις θέλεις; Τι δουλειά έχεις να περπατάς εκεί πάνω;»
«Κι εσύ τι είσαι; Ο στρατός της σωτηρίας;» αντιγύρισα ενοχλημένη.
«Εγώ φταίω που ανακατεύομαι! Δεν πα να κόψεις και το λαιμό σου!» ο φορτηγατζής ξεκίνησε φουριόζος λούζοντάς με την εξάτμισή του.
Εκνευρισμένη, συνέχισα να περπατάω, στην άκρη του δρόμου αυτή τη φορά, μήπως και κάποιος άλλος καλοθελητής ανησυχήσει για την σωματική μου ακεραιότητα. Όχι πως θα πάθαινα και τίποτα βέβαια! Από μικρή με τη γυμναστική είχα φτιάξει ένα σώμα λάστιχο. Και στις ρόδες του φορτηγού να έπεφτα, τίποτα δε θα συνέβαινε. «Καλά, φτάνει, μάς έπεισες», μια φωνούλα μέσα μου με ειρωνεύτηκε. «Για να σε δούμε τώρα χωρίς δουλειά, χωρίς σπιτικό, χωρίς κανέναν!»
Ορφανή από τόση δα, η μοναδική μου οικογένεια υπήρξε το τσίρκο και οι άνθρωποί του. Από πόλη σε πόλη, στα είκοσι δύο μου είχα φτάσει να θέλω να ριζώσω κάπου. Αυτό που άλλες κοπέλες της ηλικίας μου θα έβρισκαν αναχρονιστικό και ξεπερασμένο, ήταν για μένα όνειρο ζωής: Να κάνω τη δικιά μου οικογένεια, να φτιάξω σπιτικό, να έχω ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μου. Να χτίσω τη δική μου φωλιά, τον κόσμο μου γεμάτο από την αγάπη που στερήθηκα.
Με αυτά και αυτά, ούτε που κατάλαβα για πότε έφτασα στην κοντινή πόλη. Η πλατεία ήταν γεμάτη μοντέρνες καφετέριες. Κάθισα στη σκιά προσπαθώντας να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου. Και πρώτα-πρώτα ο άνδρας των ονείρων μου. Πώς θα έβγαινε από το όνειρο, βρε παιδί μου, να γίνει πραγματικότητα;
Το κακόφωνο κορνάρισμα με ξάφνιασε.
«Ζεις ακόμα; Πώς και δεν έπεσες σε καμιά ρόδα;» ο ίδιος εκείνος φορτηγατζής εξακολουθούσε να μου κάνει πλάκα.
«Τι ενοχλητικός! Πουθενά δεν ησυχάζει κανείς. Ας κάνω την αδιάφορη, μήπως και σηκωθεί να φύγει», αποφάσισα.
Αμ δε! Λες και τον προσκάλεσα, στρογγυλοκάθισε δίπλα μου.
«Τι θα πάρεις;» ρώτησε καθώς ο σερβιτόρος στάθηκε από πάνω μας σαν το κοράκι.
«Τίποτα!» απάντησα μουτρωμένη. «Δεν έχω λεφτά».
«Κερνάω εγώ! Σε παρακαλώ, ένα καφέ, δυο τοστ και μια πορτοκαλάδα».
Στο άκουσμα της παραγγελίας ξεροκατάπια, ενώ το στομάχι μου διαμαρτυρόταν ενθουσιασμένο.
«Τι έχει και μου τη δίνει τόσο στα νεύρα;» αναρωτήθηκα καθώς τον άκουγα να γελάει. Ετοιμαζόμουν να τον βρίσω, δεν ξέρω όμως πώς, μ’ έπιασαν κι εμένα τα γέλια.
«Μάλλον πείναγες!» διαπίστωσε βλέποντας με να κατεβάζω και την τελευταία μπουκιά από το δικό του τοστ.
«Ο καθαρός αέρας μού άνοιξε την όρεξη», κατόρθωσα να απαντήσω, ενώ σκεφτόμουν πως δεν είχα φάει τίποτα εδώ και δεκάξι ώρες.
«Ώστε δουλεύεις σε τσίρκο».
«Δούλευα μέχρι χθες το βράδυ», τον διόρθωσα, «τα παράτησα όμως κι έφυγα».
«Μικρός, μου άρεσε το τσίρκο! Να σκεφτείς και τώρα, άμα πετύχω τίποτα στην τηλεόραση, κάθομαι και το βλέπω».
«Σαν θεατής, καλά είναι! Άμα δουλεύεις, είναι όλα διαφορετικά».
«Δίκιο έχεις! Και τώρα τι θα κάνεις; Έχεις πουθενά να πας;»
«Δεν βαριέσαι! Κάτι θα βρεθεί. Κανείς δεν χάνεται».
«Αυτό το λένε για τα πετεινά του ουρανού. Για τους ανθρώπους, ισχύουν άλλα. Να σου πω…», κοντοστάθηκε. «Έρχεσαι να μείνεις μαζί μου; Έτσι, για μερικές μέρες μέχρι να δεις τι θα κάνεις».
«Για ποια με πέρασες; Σου μοιάζω για καμιά εύκολη; Μπορεί να μεγάλωσα από δω κι από κει, δεν είμαι όμως και καμιά πεταμένη!» άστραψα και κόρωσα.
«Πού τα βρίσκεις και τα λες! Αμάν αδερφέ, τσακμάκι γίνεσαι! Δεν ξέρω τι βάζει το μυαλουδάκι σου, αλλά αν είναι να πειραχτεί κάποιος, αυτός είμαι εγώ. Εσύ για ποιον με πέρασες;»
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ένα ανοιχτό σπορ αμάξι μπήκε στριγκλίζοντας στην πλατεία για να σταματήσει λίγο πιο μακριά από τα πόδια μας, μισό πάνω και μισό κάτω από το πεζοδρόμιο. Συνηθισμένη να αρπάζομαι εύκολα, ήμουν έτοιμη να βρίσω, αντικρίζοντας όμως τον ανυπόμονο οδηγό, έμεινα μ’ ανοιχτό το στόμα. Τι κούκλος!
«Καλημέρα Γρηγόρη!» Ο άγνωστος πέρασε από μπροστά μας και χάθηκε φουριόζος στο διπλανό μαγαζί.
«Ποιος είναι αυτός;» ρώτησα εκνευρισμένη που ο άνδρας δεν με είχε καν κοιτάξει.
«Αυτός; Ο περιβόητος Μάρκος! Τα μισά μαγαζιά εδώ γύρω είναι δικά του! Δεν ξέρει τι έχει και τι δεν έχει! Ωραίος και πλούσιος, καλός συνδυασμός, ε;» μου μισοέκλεισε ειρωνικά το μάτι. «Βλέπω, δεν σε άφησε ασυγκίνητη. Να σκεφτείς πως κάποτε ήμασταν συμμαθητές. Άλλα χρόνια τότε!» κατέληξε αναστενάζοντας.
Εγώ πάλι σκέφτηκα πως αφού είχε ωραία εμφάνιση και γεμάτο πορτοφόλι, μπορούσα να παραβλέψω όλα τα υπόλοιπα. Μου έφτανε και μου περίσσευε!
Τα πράγματα ήταν απλά. Σε κλάσματα δευτερολέπτου, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης μου υπαγόρευσε να βάλω στο στόχαστρό μου το Μάρκο. Βέβαια, χρειαζόμουν το σωστό βέλος για να τον καρφώσω. Ένα βέλος που θα έβρισκε σίγουρα κέντρο, γιατί το σχέδιο που σκάρωσα στη στιγμή ήταν σατανικό αν και ριψοκίνδυνο.

 

(συνεχίζεται...)

 

 

Ευρυδίκη Αμανατίδου

 

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ :


Το επιθυμητό τροχαίο (Μέρος 2ο)

 

 

 

Το στοίχημα μιας γυναίκας

 

 

 

 

Το τρίκυκλο της Ευτυχίας

 

 

Τα τσόφλια του αυγού

 

 

Βιογραφικό Σημείωμα : Το διήγημα της Μαρίας Δασκαλάκη

 

 

 

 

Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner

Your Say!

Banner

Authors

Μαριλένα Παππά Ευρυδίκη Αμανατίδου Μαρίνα Φραγκεσκίδου

 

 

 

Γεωργία Λάττα Γιάννης Λαμπράκης Μαρία Δασκαλάκη

 

 

 

Μαριάννα ΤεγογιάννηΧάρης Γαντζούδης Σώφρονας Τριμπουλέ

 

 

 

Connect!

 

 

 

 

 

 

Copyright © 2017 Deity.gr. All Rights Reserved.