Το επιθυμητό τροχαίο (Μέρος 2ο)

Από την Ευρυδίκη Αμανατίδου

Αποφασισμένη να εκμεταλλευτώ το προηγούμενό μου επάγγελμα όπως και το ότι κάποια πράγματα δεν είναι για να τα σκέφτεσαι δεύτερη φορά, θα έπεφτα στις ρόδες του Μάρκου. Όχι, μην τρομάζετε! Δεν σκόπευα να αυτοκτονήσω, αλλά να «αποπλανήσω» τον επίδοξο γαμπρό. Το σχέδιό μου ήταν απλό. Αφού μάθαινα ποια διαδρομή ακολουθούσε, θα προσγειωνόμουν -χρησιμοποιώντας όλη μου την τέχνη- κοντά στο αμάξι του. Δήθεν θα λιποθυμούσα από την τρομάρα μου, αυτός θα σταματούσε ανήσυχος για το «παρά τρίχα» δυστύχημα, θα μ’ έπαιρνε στην αγκαλιά του, κλπ, κλπ. Έτσι ή κάπως έτσι περνούσε το «επιθυμητό» τροχαίο από το μυαλό μου.

Η πίσω αυλή της κυρά Μάρθας, της καλοσυνάτης μητέρας του Γρηγόρη, ήταν το ιδανικό σημείο για να εξασκούμαι. Επί ώρες εκτελούσα την ίδια και την ίδια άσκηση μέχρι να δώσω στον εαυτό μου το σφύριγμα της λήξης. Πολλές φορές, έπιανα με την άκρη του ματιού την κυρά Μάρθα να με κοιτάει ανήσυχη. Η αλήθεια είναι πως εκείνη την ώρα ντρεπόμουν λίγο, αλλά σαν το καλοσκεφτόμουν, έλεγα πως δεν έκανα τίποτα κακό, μια ευκαιρία ζητούσα κι εγώ. Τώρα θα μου πείτε, η ευκαιρία ήταν να παραπλανήσω και να αποπλανήσω; Δεν ξέρετε πως το όνειρο και μέλημα κάθε γυναίκας είναι να αναμορφώσει τον άντρα που έχει δίπλα της; Βέβαια, εγώ δεν είχα κανέναν ακόμη. Πώς ήμουν τόσο σίγουρη πως ο Μάρκος με αυτά και τα άλλα θα έπεφτε σαν τον τυφλό και απονενοημένο στην αγκαλιά μου; Κάπου το σχέδιό μου έμπαζε νερά! Όταν με έπιανε η κρίση της λογικής, σκεφτόμουν ότι ζωή χωρίς αγάπη δεν είναι ζωή, αλλά μήπως και με μόνιμα άδειο στομάχι και μέσα στην ανασφάλεια μπορούσες να ζήσεις; Πόσοι Γρηγόρηδες να υπήρχαν σε αυτόν τον κόσμο;
Ο Γρηγόρης! Πολλές φορές αυτές τις μέρες που από λίγες όπως είχαμε σιωπηρά συμφωνήσει έγιναν δυο βδομάδες, σκεφτόμουν πόσο γλυκός κι ευγενικός ήταν μαζί μου! Κι από εμφάνιση, τελικά του έριχνε στα μούτρα του Μάρκου, αλλά από λεφτά…Το μεροκάματο, τίμιο, αλλά το βασικό για να τα φέρνουν βόλτα αυτός και η μάνα του.
Δυο βδομάδες πέρασαν για να φτάσω, από τη μια να αισθάνομαι την μητέρα του Γρηγόρη σαν την καλή μου φίλη, κι από την άλλη να μάθω το καθημερινό πήγαινε έλα του Μάρκου. Τις τελευταίες τρεις μέρες ο Γρηγόρης ερχόταν κι έφευγε πάντα βιαστικός, με το ζόρι αλλάζαμε δυο κουβέντες. Λες και τον είχε πιάσει μια απότομη μανία να κάνει όσο πιο πολλά χιλιόμετρα μπορούσε με το φορτηγό του. Κι όταν με κοιτούσε, το βλέμμα του ήταν πολύ περίεργο, σαν να τον ενοχλούσε η παρουσία μου. Είχα κι ένα στόμα η άτιμη! Κάτι θα του είχα πει και μου το κρατούσε μανιάτικο. Άλλος ένας λόγος να επισπεύσω την υλοποίηση του σχεδίου μου!
Δυο βδομάδες πέρασαν λοιπόν, και να ‘μαι στημένη στην διασταύρωση, στο έμπα της πόλης. Διάλεξα επίτηδες ένα σημείο που το σήμα του STOP εξασφάλιζε τουλάχιστον μια λογική ταχύτητα για τα αυτοκίνητα που θα περνούσαν. Περίμενα υπομονετικά μισή ώρα. «Όπου να ‘ναι, θα φανεί», μονολογούσα. Ο ήλιος με τύφλωνε, εγώ όμως εκεί, πρόβαρα ξανά και ξανά στο μυαλό μου την άσκηση που θα μου επέτρεπε να περάσω πάνω από το καπό του Μάρκου και να προσγειωθώ δίπλα στο αυτοκίνητο χωρίς να πάθω τίποτα.
Στη θεωρία, το μόνο που δεν υπολογίζουμε είναι οι συγκυρίες. Στην πράξη, αυτό ήταν και το μόνο λάθος στο κατά τα άλλα τέλειο σχέδιό μου. Ο Μάρκος εμφανίστηκε την σωστή ώρα στο σωστό σημείο κι εγώ με άψογο συγχρονισμό, εκτέλεσα το ακροβατικό μου, πέρασα με φόρα πάνω από το αμάξι, έτοιμη να προσγειωθώ στις ρόδες του, από την άλλη μεριά. Με κλειστά τα μάτια -γιατί είχα τον ήλιο απέναντί μου- άκουσα το επίμονο κορνάρισμα και το στρίγκλισμα των φρένων. Προσγειώθηκα στο δρόμο, με τη μόνη διαφορά ότι η τελική εκτίναξη απέτυχε, καθώς συγκρούστηκα με κάτι ογκώδες που δεν ήταν άλλο από τον κάδο απορριμμάτων του δήμου.
«Πού βρέθηκε αυτή η ανισόρροπη εδώ πέρα;» άκουσα το Μάρκο να βρίζει από το ανοιχτό παράθυρο του σπορ αμαξιού του.
Πήγα να βρίσω κι εγώ, από την τρομάρα μου όμως πρόλαβα και λιποθύμησα. Λεπτά, ώρες ή αιώνες αργότερα, άνοιξα τα μάτια μου στην αγκαλιά του Γρηγόρη που με κανάκευε σαν μωρό.
«Γρηγόρη! Τι κάνεις εδώ; Πού είμαστε;» ρώτησα ανόητα.
«Φτηνά τη γλίτωσες! Κουτή, τι είχες βάλει στο μυαλό σου; Κόντεψες στ’ αλήθεια να σκοτωθείς!»
Ντροπιασμένη, με πήραν τα κλάματα. Κι ο Μάρκος είχε γίνει καπνός, σαν να μην έτρεχε τίποτα. Το σχέδιό μου ήταν τελικά ολόιδιο σαμπρέλα που ξεφούσκωσε απότομα.
«Μην κλαις άλλο!» με παρηγόρησε ο Γρηγόρης και μ’ ακούμπησε απαλά στο πεζούλι. «Περίμενε εδώ, μη φύγεις!»
«Να πάω πού; Δεν μου φτάνει το ρεζιλίκι μου;»
Γύρισε με μια αγκαλιά λουλούδια.
«Για μένα;» ρώτησα έκπληκτη.
«Ήταν να στα δώσω …το βράδυ», έκανε κομπιάζοντας. «Μετά σκέφτηκα πως τώρα είναι καλύτερα. Α! παραλίγο να το ξεχάσω! Θα στο έλεγα το βράδυ! Μετά σκέφτηκα, πως ..»
«Τώρα είναι καλύτερα!» συμπλήρωσα αυθόρμητα.
«Θα μείνεις μαζί μου;» ρώτησε γελώντας.
«Γιατί;» έκανα χαζά.
«Να σου πω ότι κάποιος πρέπει να σε προσέχει; Δεν είναι λόγος αυτός! Απλά, αξίζει να δοκιμάσουμε!» μου απάντησε και με κοίταξε επίμονα αυτή τη φορά.
Πιαστήκαμε χέρι χέρι σαν μαθητές δημοτικού και πήραμε το δρόμο για το σπίτι του.
Έμεινα μαζί του και μένω ακόμα. Σαν όλα τα ζευγάρια έχουμε τις καλές και τις κακές μας στιγμές. Ξέρετε όμως τι κατάλαβα από όλα αυτά; Πως η αγάπη είναι φορές που περιμένει σε ένα σταυροδρόμι, αρκεί να είσαι στο σωστό σημείο τη σωστή στιγμή. Κι αν πάλι δεν είσαι, αν μετακινηθείς λίγα εκατοστά ο ήλιος θα πάψει να σε τυφλώνει και θα δεις καθαρά!

 

 

ΤΕΛΟΣ

 

 

Ευρυδίκη Αμανατίδου

 

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ :

 

Το επιθυμητό τροχαίο (Μέρος 1ο)

 

 

 

Διαβάστε όλα τα διηγήματα της Ευρυδίκης Αμανατίδου στο Deity.gr

 

 

 

 

Και οι τοίχοι έχουν συνθήματα

 


Ποιος φοβάται το νηπιαγωγείο; Γράφει η Γεωργία Λάττα

 

 

 

Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner

Your Say!

Banner

Authors

Μαριλένα Παππά Ευρυδίκη Αμανατίδου Μαρίνα Φραγκεσκίδου

 

 

 

Γεωργία Λάττα Γιάννης Λαμπράκης Μαρία Δασκαλάκη

 

 

 

Μαριάννα ΤεγογιάννηΧάρης Γαντζούδης Σώφρονας Τριμπουλέ

 

 

 

Connect!

 

 

 

 

 

 

Copyright © 2017 Deity.gr. All Rights Reserved.