Το στοίχημα (Μέρος 1ο)

Από την Ευρυδίκη Αμανατίδου

Εγώ κι ο Μηνάς ήμασταν φίλοι αδερφικοί. Γεννηθήκαμε μαζί, μαζί και στο σχολείο, και στο στρατό πάλι μαζί. Όλη η ζωή μας μία πλάκα! Τα χρόνια που πέρασαν μας άφησαν αδιόρθωτους. Γιατί τα παλιά χούγια δεν κόβονται.

Εγώ κι ο Μηνάς είχαμε μια αδυναμία. Οι υπόλοιποι το έλεγαν ελάττωμα: Τα στοιχήματα!

Εγώ κι ο Μηνάς το βλέπαμε διαφορετικά. Δεν ήμασταν τζογαδόροι. Δεν ποντάραμε σε άλογα, σε ρουλέτες, σε ομάδες ποδοσφαίρου. Ποντάραμε σε ανθρώπινες συμπεριφορές.

Δεν με καταλαβαίνετε; Είναι απλό! Βλέπαμε κάποιον στο δρόμο και στοιχηματίζαμε αν θα στρίψει αριστερά ή δεξιά. Στο εστιατόριο, ξεχωρίζαμε έναν στην τύχη κι αναρωτιόμαστε ποιο φαγητό θα διαλέξει. Στο λεωφορείο, το στοίχημα για τον εκλεκτό μας ήταν σε ποια στάση θα κατέβει. Είχαμε όμως στοιχηματίσει ακόμα και για τον τύπο του άνδρα που θα διάλεγε η κοινή μας φίλη η Ερμιόνη, για το αν θα γεννήσει αγόρι ή κορίτσι η Μαίρη, για το αν και πότε θα πάρει προαγωγή ο Γεράσιμος.

Οι γνωστοί μας κουνούσαν το κεφάλι και μας αποκαλούσαν πορωμένους. Δεν ενοχλούσαμε κανέναν, το παιχνίδι ήταν ιδιωτικό.

Ώσπου κάναμε την εξαίρεση και μπάσαμε κι άλλον στα δικά μας. Καλύτερα όμως να σας πω την ιστορία από την αρχή.

Την Αμαλία τη γνωρίσαμε στο πάρτι κάποιου παλιού συμμαθητή. Δεν ξέρω πώς έγινε, ήταν ξημερώματα κι είχαμε μείνει οι τρεις μας να μιλάμε ενώ ο παλιός συμμαθητής κατάκοπος έσερνε τα πόδια του μαζεύοντας ποτήρια και τασάκια. Κολλήσαμε. Γίναμε μια παρέα. Μεταξύ αστείου και σοβαρού της εκμυστηρευτήκαμε το πάθος μας.

Στην αρχή μας κοίταξε δύσπιστα. Μετά έβαλε τα γέλια.

«Έλα μωρέ, με κοροϊδεύετε!»

«Στο είπα!» έκανε μουτρωμένος ο Μηνάς.

«Σοβαρολογούμε», επέμεινα εγώ.

Δε ξέρω τι θέλαμε να παραστήσουμε. Ή μάλλον ξέρω! Τσιμπηθήκαμε και οι δυο μαζί της, με το που την είδαμε. Δε λέω έρωτας κεραυνοβόλος, αυτά είναι λόγια γυναικεία. Είχε όμως αυτή η κοπέλα κάτι που σε έκανε να τη θέλεις συνέχεια δίπλα σου, κι εννοώ όχι σαν φίλη.

Να το χαρακτηρίσω επίδειξη, άλλος θα το έλεγε χαζομάρα! Πάντως, της τα είπαμε όλα λες και ήταν ένα παιχνίδι συναρπαστικό και πρωτόγνωρο. Καμιά φορά τα λόγια περνάνε απαρατήρητα, το πώς τα λες όμως μένει. Εν προκειμένω, ο τρόπος μας έδωσε στην Αμαλία να καταλάβει πως την είχαμε πατήσει μαζί της, όσο για τα λόγια μας, εντυπώθηκαν τόσο στο μυαλό της που έγιναν η αιτία των κατοπινών μας δεινών.

Τα γατίσια μάτια της μας κοίταξαν περιπαιχτικά.

«Μπαίνω κι εγώ στο παιχνίδι!» είπε ανέμελα.

«Τι εννοείς;» τη ρώτησα.

«Στοιχήματα δε βάζετε; Αυτή τη φορά, θα είσαστε αντίπαλοι. «Ποιος θα με κερδίσει», αυτό θα είναι το στοίχημα κι εγώ το έπαθλο!»

«Τι κυνισμός!» ειρωνεύτηκα, από μέσα μου όμως είπα πως τούτη εδώ σκεφτόταν σαν άντρας.

Λάθος εκτίμηση! Γιατί η Αμαλία σκεφτόταν αποκλειστικά και μόνο σαν γυναίκα.

Ο Μηνάς, τύπος πιο ανέμελος, δεν κάθισε να το φιλοσοφήσει και πολύ. «Εγώ είμαι μέσα», ανακοίνωσε γλαρωμένος, γιατί μη ξεχνιόμαστε, ήταν και ξημερώματα.

Δεν είχα παρά να δεχτώ κι εγώ. Ξεπέρασα τις όποιες υποψίες για το λάκκο που είχε η φάβα κι είπα το ναι.

«Με κάνετε περήφανη!» είπε η Αμαλία σαν μάνα που ξεπροβοδίζει τα παιδιά της για τον πόλεμο κι εγώ δεν ήξερα αν μας δούλευε ή όχι.

Ο έρωτας είναι τυφλός. Τυφλοί κι εμείς, γίναμε υποχείρια της Αμαλίας.

Ο Μηνάς με βεβαίωσε πως ήταν μόνο ένα παιχνίδι.

«Έλα μωρέ! Πώς κάνεις έτσι; Λες και σε πάνε για εκτέλεση! Εγώ το βρίσκω πολύ ερεθιστικό».

Δεν ήθελα να μαλώσουμε. Όσα χρόνια γνωριζόμασταν, δεν είχαμε ανταλλάξει πικρή κουβέντα. Θα μου πείτε τώρα, τι ήθελα και δέχτηκα. Όμως το παιχνίδι απαιτούσε δύο παίκτες, όρος απαράβατος. Και για να μιλήσουμε ειλικρινά, ντρέπομαι που το λέω, την ήθελα την Αμαλία, σαν κολασμένος την ήθελα.

Στην αρχή, όλα ήταν αθώα. Τα στοιχήματα ήταν της τάξης όσων βάζαμε μέχρι τότε. Απλές επιβεβαιώσεις των κανόνων της στατιστικής, όπως πόσες φορές θα ανοίξει η πόρτα της καφετέριας που καθόμασταν, τι θα φάει η απέναντι παρέα στο εστιατόριο, πόσο θα πληρώσει. Η Αμαλία, μαζί μας πάντα, έβγαζε ένα δερμάτινο σημειωματάριο, μας κοίταζε για λίγο πονηρά και σαν τους καθηγητές στο σχολείο, σημείωνε τις επιδόσεις μας. Και κάθε φορά, αυτός που κέρδιζε πόντους στα χαρτιά της, κέρδιζε, έτσι έλεγε, και στην καρδιά της. Και του χάριζε ένα χάδι ή ένα πεταχτό φιλί ενώ ο άλλος έμενε να ξεροψήνεται και να κοιτάζει σαν λιγούρης.

Τότε ήταν που αρχίσαμε να ψυχραινόμαστε με το Μηνά. Και δε στενοχωριέμαι τόσο γι’ αυτό όσο για το που δεν την κάναμε πέρα την Αμαλία όταν ήταν ακόμη καιρός. Εμείς ήμασταν πάντα αχώριστοι, κι είχε έρθει αυτή να μπει στη μέση. Αυτά όμως ήταν φωτεινά διαλείμματα του ταλαιπωρημένου μου μυαλού, μια και τον περισσότερο καιρό βρισκόμουν σε κωματώδη κατάσταση περιμένοντας την επόμενη παραξενιά της Αμαλίας.

 

(συνεχίζεται...)

 

 

Ευρυδίκη Αμανατίδου

 

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ :


Το στοίχημα (Μέρος 2ο)

 

 

 

Το τρίκυκλο : Το διήγημα της Ευρυδίκης Αμανατίδου στο Deity.gr

 

 

Τα τσόφλια του αυγού : Το διήγημα της Ευρυδίκης Αμανατίδου για τις σχέσεις των φύλων

 

 

Βιογραφικό Σημείωμα : Το διήγημα της Μαρίας Δασκαλάκη

 

 

 

 

Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner

Your Say!

Banner

Authors

Μαριλένα Παππά Ευρυδίκη Αμανατίδου Μαρίνα Φραγκεσκίδου

 

 

 

Γεωργία Λάττα Γιάννης Λαμπράκης Μαρία Δασκαλάκη

 

 

 

Μαριάννα ΤεγογιάννηΧάρης Γαντζούδης Σώφρονας Τριμπουλέ

 

 

 

Connect!

 

 

 

 

 

 

Copyright © 2017 Deity.gr. All Rights Reserved.