Το ταλέντο (Μέρος 1ο)

Γράφει η Ευρυδίκη Αμανατίδου

«Μη με πάς απ’ το σπίτι!» η γυναικεία φωνή τραγουδούσε με όλη της τη δύναμη.

«Στον αγύριστο θα σε πάω!» της απάντησε θυμωμένη μια άλλη φωνή από το διπλανό διαμέρισμα ενώ ο κάτοχός της χτυπούσε ταυτόχρονα τον τοίχο.

Το ονειρικό ρεπερτόριο της Πρωτοψάλτη το είχε υιοθετήσει αφειδώς η Μαργκό, κατά το καλλιτεχνικό ψευδώνυμό της. Όταν βέβαια θα της προέκυπτε το καλλιτεχνικό, αφού προς το παρόν πάλκο της ήταν τα λίγα τετραγωνικά του σπιτιού της και θαμώνες της οι γείτονες.

Κανένας άλλος δεν της είχε παραπονεθεί εκτός από τον ένοικο του διπλανού διαμερίσματος. Μήπως τον είχε δει και ποτέ; Σαν φάντασμα κυκλοφορούσε, άλλα ωράρια! Αυτό βέβαια όταν η Μαργκό είχε δουλειά, γιατί πρόσφατα είχε γίνει τρόφιμος του ΟΑΕΔ για μία ακόμη φορά. Ποιος λογικός εργοδότης θα πρόκρινε την καλλιφωνία της ως εργασιακό ζήλο;

Η Μαργκό κατέβηκε με μπικουτί και παντόφλες να πετάξει τα σκουπίδια. Αγουροξυπνημένη, στόχος της ήταν όχι το ρυπαρό κατασκεύασμα για τη συγκεκριμένη χρήση, αλλά ένα χέρι που οδηγούσε σε ένα αγριεμένο κεφάλι. Εντάξει, δεν είχε δέσει τη σακούλα του μπακάλη, και πιο πριν δεν είχε καλοαδειάσει ούτε το μπουκάλι το γάλα ούτε το κουτί του ντοματοπολτού. Ε, πιτσίλισαν λίγο το μανίκι του σακακιού που φορούσε το σώμα που οδηγούσε σε εκείνο το αγριεμένο κεφάλι που αναφέραμε προηγουμένως.

Τσαπατσούλα την είπε ή τσούλα; Όπως και να είχε, ο άνθρωπος ήταν αγροίκος.

Η Μαργκό κοίταξε εξεταστικά το ακριβό ύφασμα του κοστουμιού, μύρισε την επίσης πανάκριβη κολόνια και προσπάθησε να καταλάβει τι παιζόταν πίσω από τα ψυχρά μπλε μάτια του τύπου. Απολύτως τίποτα, αυτός καλέ θα πάγωνε και Εσκιμώο!

Ο καθένας τους συνέχισε το δρόμο του αφού ο κύριος με την τέλεια εμφάνιση την στόλισε με ένα περιβόητο: «το τραγούδι σε μάρανε, δεν κοιτάς τα χάλια σου!»

Η Μαργκό άλλαξε όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Πού ήξερε αυτός ότι τραγουδούσε; Και για ποιο τραγούδι έλεγε;

Το μυαλό της πήρε γρήγορα στροφές, αν μη τι άλλο, είχε αναγκαστεί να το κουρδίζει για να τα φέρνει βόλτα με την καθημερινή βιοπάλη.

«Για στάσου! Κι η δική του φωνή… αυτό το ύφος, ο τόνος, η χροιά!»

Με τις φωνές η Μαργκό είχε ένστικτο. Μπορούσε να αναγνωρίσει κάποιον ακόμη κι από μία του κουβέντα.

«Ο κακότροπος διπλανός!»

Ποιος άλλος να ήταν! Αυτή η φωνή μόνο με τέτοια απαξίωση στο βλέμμα κι άλλο τόσο τουπέ μπορούσε να ταιριάξει. Αλλά δεν πτοήθηκε. Με το κεφάλι ψηλά, συνάμενη και κουνάμενη, γύρισε πίσω στο διαμέρισμά της, γιατί περίμενε τηλέφωνο για δουλειά. Κάπως περίεργα βέβαια της τα είχε πει η φίλη της η Σαμπρίνα -καλλιτέχνης του ιδίου κύματος, πλην όμως εργαζόμενη. Ποτέ δεν της εξήγησε σε ποιο μαγαζί τραγουδούσε να πάει να την ακούσει η Μαργκό, να κάνει και τα χρειαζούμενα κονέ.

Πάνω που έμπαινε στο σπίτι της, το τηλέφωνο είχε ήδη αρχίσει να διαολίζεται που δεν βρισκόταν κανείς να το σηκώσει. Ασθμαίνουσα -πέντε ορόφους ανέβηκε με τα πόδια για να διατηρήσει τη σιλουέτα της, πού λεφτά για γυμναστήριο!- απάντησε με την πιο ναζιάρικη φωνή που είχε ποτέ θηλυκό στον πλανήτη.

«Η κυρία Μαργαρίτα Λεοντίου;» τη ρώτησε η συνομιλήτριά της κι αφού η καλλιτέχνης με τα χίλια ζόρια θυμήθηκε πως αυτό ήταν το πλήρες ονοματεπώνυμο που έφερε με δόξα και τιμή, άκουσε προσεκτικά.

Δέχτηκε, μήπως υπήρχε κι άλλη επιλογή; Θα έκανε ό,τι της έλεγαν και πού ξέρεις; Το ταλέντο της θα ξεδιπλωνόταν. Βέβαια, στη συγκεκριμένη δουλειά θα έπρεπε αρχικά να το στριμώξει στον ασφυκτικό χώρο μια ψεύτικης τούρτας. Η μεγάλη τούρτα-έκπληξη που ανοίγοντας το καπάκι ξεπροβάλει από μέσα η φαντασίωση κάθε άνδρα.

Η Μαργκό έβγαλε τα μπικουτί, χτένισε το μαλλί, φόρεσε τα σέα και τα μέα της και κατευθύνθηκε προς τους νέους της εργοδότες.

Η δουλειά δεν είναι ντροπή κι αφού της έδινε τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει εν μέρει το ψώνιο ή το μαράζι της -όπως το πάρει κανείς- η ίδια πήγαινε πάσο. Κι αν το καλοσκεφτόταν, τέτοια ζήτηση δεν είχε ξαναδεί στον ολάνθιστο βίο της των είκοσι εννέα Μαϊων. Η ειδικότητά της ήταν γιορτές εταιριών αλλά και πάρτι εργένηδων. Συνήθως μια παρέα φίλων πρόσφερε το ειδικό δώρο στον κολλητό πραγματοποιώντας τις φαντασιώσεις του. Όσο για τις αγαπημένες τους θεές, αυτές ήταν εκρηκτικές καλλονές από το χώρο του ξένου και του ελληνικού καλλιτεχνικού ρεπερτορίου.

Ανάμεσα στη δουλειά και τις άλλες ασχολίες της, η Μαργκό θυμόταν να κάνει και κανένα καθάρισμα στο σπίτι -μην πιάσει και αράχνες. Κάθε φορά όμως που έβαζε εκείνη την έρμη την ηλεκτρική σκούπα, ο διπλανός δεν έχανε ευκαιρία να κάνει παρατήρηση.

Καμιά δυο φορές η Μαργκό είχε κρυφοκοιτάξει από το διαχωριστικό των μπαλκονιών κι είχε βεβαιωθεί πως ο ένοικος και ο αγενής που είχε τρακάρει στον κάδο των σκουπιδιών ήταν ένα και το αυτό πρόσωπο. Τα γύρευε ο πισινός του! Πόσο θα ήθελε αλήθεια να τον βάλει στη θέση του!

Κάπου ξεχνούσε το πρόβλημα, κάπου ο άνθρωπος των σπηλαίων από δίπλα τής το θύμιζε ξανά.

 

(συνεχίζεται...)

 

Ευρυδίκη Αμανατίδου

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ :


Το ταλέντο (Μέρος 2ο)

 

 

 

Μια ιστορία για παχουλές σταχτοπούτες

 

 

Βιογραφικό Σημείωμα

 

 

 


Μη με πας απ' το σπίτι

 

 

 

Photo by Jamiesrabbits

Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner

Your Say!

Banner

Authors

Μαριλένα Παππά Ευρυδίκη Αμανατίδου Μαρίνα Φραγκεσκίδου

 

 

 

Γεωργία Λάττα Γιάννης Λαμπράκης Μαρία Δασκαλάκη

 

 

 

Μαριάννα ΤεγογιάννηΧάρης Γαντζούδης Σώφρονας Τριμπουλέ

 

 

 

Connect!

 

 

 

 

 

 

Copyright © 2017 Deity.gr. All Rights Reserved.