Το ταξίδι (Μέρος 2ο)

Γράφει ο Χάρης Γαντζούδης

Η ώρα είχε περάσει. Ο ήλιος είχε σταματήσει να καίει την επιδερμίδα της ενώ το δροσερό αεράκι έφερνε στα ρουθούνια της την αρμύρα της θάλασσας. Δεν ήθελε να γυρίσει στο σπίτι καθώς δεν ήταν έτοιμη να αντιμετωπίσει τη μητέρα της που σίγουρα θα της καταλόγιζε ευθύνες για ό,τι είχε συμβεί. Σηκώθηκε για να φύγει μα ο αριθμός τηλεφώνου και το μήνυμα που τον συνόδευε, γραμμένα στην πλάτη από το παγκάκι τής τράβηξε την προσοχή και στάθηκε. Το μήνυμα έγραφε:

«Αν θέλεις να ταξιδέψεις μακριά από τη μοναξιά πάρε με τηλέφωνο. Δημήτρης».

Έμεινε να το κοιτάζει για μερικά λεπτά. Προσπαθούσε να καταλάβει τι κρυβόταν πίσω από τις λέξεις. Τι μπορεί να οδήγησε έναν άνθρωπο στο να γράψει το τηλέφωνό του σε ένα παγκάκι; Διάφορες σκέψεις άρχισαν να περνάνε από το μυαλό της.

«Κανένας τρελός θα είναι ή ζιγκολό».

Γύρισε να φύγει μα της ήρθε η εικόνα της Νατάσσας στην αγκαλιά του Φίλιππου και αμέσως μετά η εικόνα της μητέρας της να την περιμένει στο σαλόνι και με ύφος να την επικρίνει για τα λάθη της. Χωρίς να το σκεφτεί άλλο έβγαλε το κινητό από την τσάντα της και άρχισε να πληκτρολογεί τον αριθμό.

«Μα τι είναι αυτά που κάνω» σκέφτηκε και έκλεισε το κινητό πριν προλάβει να χτυπήσει. Πηγαινοερχόταν πάνω κάτω μη ξέροντας τι να κάνει. Στο μυαλό της επικρατούσε τρικυμία. Από τη μια ήθελε να πάρει εκδίκηση για την προδοσία του Φίλιππου και της Νατάσσας αλλά από την άλλη φοβόταν για το τι μπορεί να κρυβόταν πίσω από το μήνυμα που ήταν χαραγμένο στο παγκάκι.

«Θα πάρω. Τι έχω να χάσω;» είπε χαμηλόφωνα στον εαυτό της και ξανά πληκτρολόγησε τον αριθμό.

«Παρακαλώ» ακούστηκε μια αντρική φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής. Η Ελένη τα έχασε. Δεν ήξερε τι να πει.

«Παρακαλώ» επανέλαβε ο Δημήτρης με πιο ζωηρό τόνο στη φωνή.

«Γεια σου» κατάφερε να ψελλίσει η Ελένη με τρεμάμενη φωνή και συνέχισε «Είδα τον αριθμό σου και…» δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση της.

«Πως σε λένε;» τη διέκοψε ο Δημήτρης. Ο τόνος της φωνής του έδειχνε έναν άνθρωπο που σίγουρα το είχε ξανακάνει. Ήταν άνετος ενώ το χιούμορ του έκανε την Ελένη να ξεχάσει για λίγο την αμηχανία της. Αφού αντάλλαξαν κάποιες τυπικές κουβέντες έδωσαν ραντεβού μια ώρα αργότερα σε καφετέρια της περιοχής.

Μια ώρα αργότερα η Ελένη βρισκόταν έξω από την καφετέρια που είχαν δώσει ραντεβού. Το άγχος για το τι θα συναντούσε την είχε καταβάλει. Σκέφτηκε να τον καλέσει στο τηλέφωνο και να του πει ότι δεν θα πάει, όμως η περιέργειά της νίκησε. Έσπρωξε την πόρτα και βρέθηκε μέσα. Ο αέρας του κλιματιστικού τη δρόσισε. Ο χώρος ήταν καλόγουστος και πλημμυρισμένος από ωραίες μυρωδιές και ψίθυρους από τους θαμώνες. Η Ελένη στάθηκε στη μέση και άρχισε να βολιδοσκοπεί το χώρο. Τα μάτια της έψαχναν για  άντρα τριάντα ετών, με μακριά ξανθά μαλλιά. Το βλέμμα της διασταυρώθηκε με το βλέμμα του, καθόταν στο βάθος. Όλες οι προβλέψεις της είχαν πέσει έξω. Ο Δημήτρης ήταν πολύ γοητευτικός και δεν έδινε την εντύπωση τρελού. Η αμηχανία της Ελένης εξαφανίστηκε και πλησίασε το τραπέζι του γεμάτη αυτοπεποίθηση.

«Χαίρω πολύ» της απάντησε εκείνος όταν του έδωσε το χέρι της και του συστήθηκε. Στα πρώτα λεπτά, στην κουβέντα τους κυριαρχούσαν γενικότητες. Η Ελένη τα είχε αφήσει όλα πίσω της. Κανένα σημάδι άγχους και αμηχανίας δεν υπήρχε πάνω της. Ένιωθε σαν μικρό κορίτσι που έβγαινε το πρώτο ραντεβού. Το βλέμμα της σκοτείνιασε μόνο όταν ο Δημήτρης τη ρώτησε:

«Για πιο λόγο αποφάσισες να μου τηλεφωνήσεις;»

Η σιωπή πήρε μακριά τις γενικότητες. Η Ελένη έδειχνε ξανά την αμηχανία της αλλά γρήγορα βρήκε ξανά την αυτοκυριαρχία της και του απάντηση με ερώτηση:

«Εσένα τι σε έκανε να γράφεις το τηλέφωνό σου δεξιά και αριστερά;»

«Αποφεύγεις την απάντηση» συνέχισε εκείνος.

«Κι εσύ» του αντιγύρισε εκείνη.

Η συζήτηση άρχισε να μοιάζει με παρτίδα πινγκ πονγκ. Ο ένας πετούσε το μπαλάκι στον άλλο και η Ελένη έδειχνε να απολαμβάνει αυτό το παιχνίδι. Ο Δημήτρης της άρεσε πολύ και εκείνος έδειχνε να απολαμβάνει την παρέα της. Δύο ώρες μετά βρέθηκαν στο σπίτι του.

Μπήκαν στο διαμέρισμα ανταλλάσοντας παθιασμένα φιλιά. Γρήγορα βρέθηκαν γυμνοί στο κρεβάτι. Το γυμνασμένο σώμα του σκέπασε το δικό της. Οι ψίθυροι από την ηδονή που προκαλούσε ο ένας στον άλλο γέμισαν ασφυκτικά τη μικρή γκαρσονιέρα. Όλο το βράδυ το πέρασαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.

Το επόμενο πρωί τα κορμιά τους έγιναν και πάλι ένα. Η Ελένη κοίταξε το ρολόι της και πετάχτηκε πάνω σαν ελατήριο. Δεν είχε δώσει σημεία ζωής από το προηγούμενο βράδυ και σκέφτηκε πως θα ανησυχούσαν οι δικοί της. Ντύθηκε γρήγορα και γύρισε προς τον Δημήτρη ο οποίος τόση ώρα δεν είχε πάρει τα μάτια του από πάνω της.

«Θα τα πούμε το απόγευμα;» τον ρώτησε εκείνη. Ο Δημήτρης ανασηκώθηκε από  το κρεβάτι, κατέβασε το βλέμμα του και της απάντησε;

«Στις πέντε φεύγω για Ρόδο. Ένας φίλος μου έχει μαγαζί εκεί και θα πάω να δουλέψω».

Η Ελένη σκοτείνιασε πάλι. Σαν αστραπή ήρθαν στο μυαλό της όλα όσα είχαν συμβεί την προηγούμενη μέρα. Σκέφτηκε πως θα έμενε μόνη για ακόμα μια φορά. Ο Δημήτρης σηκώθηκε και πήγε κοντά της.

«Ξέρω είναι νωρίς αλλά αν θέλεις μπορείς να έρθεις μαζί μου» της είπε. Τα μάτια της Ελένης άνοιξαν διάπλατα.

«Μαζί σου; Μα πώς;» απόρησε εκείνη. «Δεν γνωριζόμαστε καθόλου».

«Έχουμε ένα καλοκαίρι μπροστά μας για να γνωριστούμε. Άλλωστε δεν νομίζω να έχεις να χάσεις και πολλά αλλιώς δεν θα μου τηλεφωνούσες» της απάντησε εκείνος.

Η Ελένη βγήκε από το μικρό διαμέρισμα δίνοντάς του την υπόσχεση ότι θα το σκεφτεί.

Μέχρι να φτάσει στο σπίτι της προσπαθούσε να βάλει τις σκέψεις της σε τάξη. Η πρόταση του Δημήτρη την προβλημάτισε. Όταν άνοιξε την πόρτα και αντίκρισε τη μητέρα της να την περιμένει στο σαλόνι διαβάζοντας ένα βιβλίο, ατάραχη για την εξαφάνισή της, απόρησε. Η απορία της όμως λύθηκε όταν την άκουσε να της λέει:

«Χθες το απόγευμα ήρθε από εδώ η Νατάσσα. Ήθελε να σου δώσει κάποιες εξηγήσεις αλλά..»

«Εξηγήσεις ε.. Τόσο θράσος δηλαδή» την διέκοψε η Ελένη.

Η μητέρα της προσπάθησε να την πείσει να ξανασκεφτεί πιο ψύχραιμα όσα είχαν συμβεί, προβάλλοντάς της διάφορα επιχειρήματα, η συμπεριφορά αυτή όμως της μητέρας της έδωσε στην Ελένη την απάντηση που έψαχνε.

Στις πέντε παρά τέταρτο βρισκόταν ξανά στην αγκαλιά του Δημήτρη αλλά όχι στο σπίτι ή σε κάποια καφετέρια αλλά στο κατάστρωμα του πλοίου. Οι μηχανές του ξεκίνησαν να δουλεύουν. Η ήρεμη θάλασσα ταράχτηκε από το πέρασμα του πλοίου. Το ταξίδι μόλις είχε αρχίσει. Η θέα του λιμανιού έμοιαζε τόσο μακρινή, όσο και όλα όσα είχε ζήσει η Ελένη την προηγούμενη μέρα.

 

 

Χάρης Γαντζούδης


Ο Χάρης Γαντζούδης γεννήθηκε το Μάιο του 1985 στο Αγρίνιο όπου και μεγάλωσε. Σπούδασε στο τμήμα Εφαρμογών Πληροφορικής στη Διοίκηση και στην Οικονομία του ΤΕΙ Ιονίων Νήσων (Λευκάδα). Έχει σπουδάσει στο Εργαστήρι Δημιουργικής Γραφής του συγγραφέα/σεναριογράφου Αλέξανδρου Ντερπούλη.
Το πρώτο του ebook με τίτλο «Οι πρώτες σελίδες» είναι μία συλλογή διηγημάτων, πετάει ελεύθερα από τις εκδόσεις Σαΐτα και μπορείτε να το κατεβάσετε δωρεάν εδώ.

 

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ :

 

Το ταξίδι (Μέρος 1ο)

 

 

Τάξη και ηθική

 

 

 

Αγάπησα ένα μυρμήγκι. Γράφει ο Νικόλας Σμυρνάκης.

 

 

 


Τι είναι ο βαθμός διαχωρισμού στο Facebook;

 

 

 

 

Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner

Your Say!

Banner

Authors

Μαριλένα Παππά Ευρυδίκη Αμανατίδου Μαρίνα Φραγκεσκίδου

 

 

 

Γεωργία Λάττα Γιάννης Λαμπράκης Μαρία Δασκαλάκη

 

 

 

Μαριάννα ΤεγογιάννηΧάρης Γαντζούδης Σώφρονας Τριμπουλέ

 

 

 

Connect!

 

 

 

 

 

 

Copyright © 2017 Deity.gr. All Rights Reserved.