Χαμογελούσε συχνά τελευταία (Μέρος 1ο)

Γράφει ο Χάρης Γαντζούδης

Άδειαζε τη βαλίτσα βρίζοντας τον εαυτό της για τη δειλία της. Για ακόμη μια φορά δεν κατάφερε να περάσει την πόρτα του σπιτιού της και να την κλείσει οριστικά πίσω της. Αφού άδειασε την βαλίτσα, της έδωσε μια δυνατή κλωτσιά κι αυτή με μιας χάθηκε κάτω από το κρεβάτι. Χτύπησε με δύναμη την πόρτα της ντουλάπας και κινήθηκε προς την κουζίνα. Αν και καθυστερημένα, η Μυρτώ, για μια ακόμη μέρα μπήκε στα «παπούτσια» της καθημερινότητάς της, που αν και την στένευαν και ο πόνος από τα πόδια απλωνόταν σε όλο το σώμα, εκείνη δεν έβρισκε τη δύναμη να τα πετάξει.

Άρχισε να καθαρίζει πατάτες. Η ώρα είχε περάσει και δεν της επέτρεπε να ετοιμάσει κάτι άλλο. Από στιγμή σε στιγμή θα γυρνούσε από το σχολείο και η κόρη της.

«Ευτυχώς λατρεύει τις τηγανιτές πατάτες το κοριτσάκι μου» μονολόγησε.

Το βλέμμα της χάθηκε έξω από το παράθυρο. Το μυαλό της έπαιζε άσχημο παιχνίδι. Οι σκέψεις δεν την άφηναν να χαλαρώσει. Η ζωή της είχε γίνει ανούσια. Τίποτα δεν φαινόταν να την ευχαριστεί. Ήθελε να φύγει μακριά μα πάντα την τελευταία στιγμή το μετάνιωνε.

«Και πού να πάω;» σκέφτηκε.

Τα σοβαρά προβλήματα άρχισαν δύο χρόνια πριν, όταν ο πολυχρονεμένος σύζυγός της άρχισε να έχει ερωμένη. Όχι, δεν άρχισε να ξενοκοιμάται, αυτό θα μπορούσε και να του το συγχωρέσει. Η ερωμένη του έγινε η τράπουλα. Και πώς η καημένη η Μυρτώ να τη συναγωνιστεί;

Τα οικονομικά προβλήματα δεν άργησαν να κάνουν την εμφάνισηή τους. Οι λιγοστές οικονομίες, που για ώρα ανάγκης βρίσκονταν στην τράπεζα, έκαναν φτερά. Ο μισθός του άντρα της έκανε πλέον στάση δύο τετράγωνα παρακάτω –στη λέσχη όπου σύχναζε–, και δεν έφτανε στο σπίτι. Μαζί με τα οικονομικά αδιέξοδα ήρθαν και τα νεύρα, οι καυγάδες για ψύλλου πήδημα, τα κλάματα, τα «θα φύγω αν δεν σταματήσεις», η χειροδικία. Γιατί μέχρι αυτό το σημείο έφτασε ο αθεόφοβος, να τη χτυπάει για χατίρι της ερωμένης του που δεν του «καθόταν» και εκείνος ξέσπαγε στην νόμιμη σύζυγο.

Και την αγαπούσε. Είχε φτάσει στο σημείο μάλιστα να απειλεί τον πατέρα της πως αν δε του τη δώσει για γυναίκα του –ποτέ δεν τον συμπάθησε ο πεθερός του, Θεός σχωρέστον–, πως θα αυτοκτονούσε. Γνωρίστηκαν στο γάμο μιας μακρινής ξαδέρφης της Μυρτώς. Εκείνος ήταν φίλος του γαμπρού και μιας και είχε πατήσει τα τριάντα πέντε μόλις είδε την Μυρτώ πήρε την απόφαση να αφήσει μια για πάντα την εργένικη ζωή. Μέχρι πριν δυο χρόνια τα πράγματα ήταν καλά. Με το που έμπλεξε όμως με τα χαρτιά τα πάντα άλλαξαν. Στην αρχή η Μυρτώ κατηγορούσε τον εαυτό της. Νόμιζε πως εξαιτίας της εγκυμοσύνης –που δεν ήταν και πολύ εύκολη–, αλλά και της αφοσίωσής της στην κόρη της, τον παραμέλησε. Αλλά μια επίσκεψη στην τράπεζα και το «Λυπάμαι, ο λογαριασμός σας είναι άδειος» του υπαλλήλου, τι κι αν εκείνη τον έβαλε το χριστιανό να το τσεκάρει δυο και τρεις φορές αφού δεν είχε ιδέα για τις κινήσεις του συζύγου, της έδωσαν την άκρη του νήματος.

Τα μάτια της άρχισαν να γεμίζουν δάκρυα. Βρισκόταν σε αδιέξοδο και καμιά ελπίδα στον ορίζοντα. Κενό. Ένιωθε το κορμί της μουδιασμένο, γερασμένο από την καθημερινή ψυχολογική εξαθλίωση. Στο κατώφλι των τριάντα τα είχε αφήσει όλα πίσω για να μεγαλώσει την κόρη της και να φροντίζει το σύζυγό της. Όχι τον τωρινό, αυτόν που είχε γνωρίσει στο γάμο της ξαδέρφης της. Αυτόν που δυο χρόνια πριν την έκλεινε στην αγκαλιά του και της υποσχόταν παντοτινή αγάπη και σεβασμό. Τα όνειρα και οι φιλοδοξίες για μεγάλη καριέρα στις δικαστικές αίθουσες (αριστούχα της νομικής) είχαν μπει σε δεύτερη μοίρα. Και όσο ήταν καλά τα πράγματα δεν την πείραζε. Τώρα όμως…

Το λάδι άρχισε να τσιτσιρίζει στο τηγάνι. Ο ήχος του την έκανε να σηκωθεί από τη θέση της. Σκούπισε τα μάτια της και έριξε τις πατάτες στο τηγάνι. Κλειδιά ακούστηκαν στην πόρτα. Η κόρη της έτρεξε στην αγκαλιά της. Εκείνη την έσφιξε δυνατά πάνω της. Την ρώτησε πώς τα πήγε στο σχολείο και την έστειλε να πλύνει τα χέρια της γιατί σε λίγα λεπτά το φαγητό θα ήταν έτοιμο. Στην πόρτα της κουζίνας φάνηκε και η μητέρα της.

«Σε ευχαριστώ που πήγες να την πάρεις από το σχολείο» της είπε η Μυρτώ και γύρισε από την άλλη για να μη δει τα κατακόκκινα μάτια της.

«Έκλαιγες;» τη ρώτησε εκείνη και έκατσε σε μια καρέκλα.

«Δεν θα καταλάβεις»

«Μυρτώ, δεν διαλύονται έτσι τα σπίτια. Δώσε λίγο χρόνο στο Γιάννη».

«Χρόνο; Να του δώσω χρόνο; Και δύο χρόνια τώρα τι κάνω;» απάντησε η Μυρτώ προσπαθώντας να συγκρατήσει τα νεύρα της για να μην ακούσει κάτι το παιδί και συνέχισε: «Δηλαδή τι άλλο πρέπει να κάνει για να καταλάβεις ότι δεν πάει άλλο; Να με στείλει στο νοσοκομείο από το ξύλο;».

«Δεν είπα αυτό, απλά εμείς…». Η Μυρτώ δεν την άφησε να ολοκληρώσει τη φράση της. Το σώμα της έτρεμε από τα νεύρα σαν το σώμα ψαριού όταν βρίσκεται έξω από το νερό.

«Δεν με νοιάζει τι κάνατε εσείς. Εγώ μια μέρα θα φύγω, είτε το θες είτε όχι».

Τη συζήτηση διέκοψε η είσοδος της μικρής στην κουζίνα.

 

(συνεχίζεται...)

Χάρης Γαντζούδης


Ο Χάρης Γαντζούδης γεννήθηκε το Μάιο του 1985 στο Αγρίνιο όπου και μεγάλωσε. Σπούδασε στο τμήμα Εφαρμογών Πληροφορικής στη Διοίκηση και στην Οικονομία του ΤΕΙ Ιονίων Νήσων (Λευκάδα). Έχει σπουδάσει στο Εργαστήρι Δημιουργικής Γραφής του συγγραφέα/σεναριογράφου Αλέξανδρου Ντερπούλη.
Το πρώτο του ebook με τίτλο «Οι πρώτες σελίδες» είναι μία συλλογή διηγημάτων, πετάει ελεύθερα από τις εκδόσεις Σαΐτα και μπορείτε να το κατεβάσετε δωρεάν εδώ.

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ :



Χαμογελούσε συχνά τελευταία (Μέρος 2ο)

 

 


Η μνήμη επανέρχεται

 

 

Μπαρ, ο εφευρέτης

 

 


Ο Αύγουστος φιλούσε υπέροχα

 

 

Photo by KlaVY

Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner

Your Say!

Banner

Authors

Μαριλένα Παππά Ευρυδίκη Αμανατίδου Μαρίνα Φραγκεσκίδου

 

 

 

Γεωργία Λάττα Γιάννης Λαμπράκης Μαρία Δασκαλάκη

 

 

 

Μαριάννα ΤεγογιάννηΧάρης Γαντζούδης Σώφρονας Τριμπουλέ

 

 

 

Connect!

 

 

 

 

 

 

Copyright © 2017 Deity.gr. All Rights Reserved.