Επαναστάσεις καθημερινής βάρδιας (Μέρος 1ο)

Γράφει η Μαρία Δασκαλάκη

« “Η εξέγερση θα γίνει τα μεσάνυχτα”, έλεγαν

“Έτσι θα μάθουμε και την ώρα”, είπε κάποιος»

Τάσος Λειβαδίτης

Τρέχοντας χώνομαι μέσα στα στενάκια του άδειου δρόμου. Ακουμπώ αποκαμωμένη σ’ ένα τοίχο, προσπαθώ να κάνω αθόρυβη τη λαχανιασμένη ανάσα μου και στέκομαι για ν’ αφουγκραστώ. Τα ποδοβολητά πίσω μου, ευτυχώς, ξεμακραίνουν. Τα μάτια μου τσούζουν και προσπαθώ να μην τα τρίψω με τα χέρια μου γιατί ξέρω πως θα τα κάνω ακόμη χειρότερα. Δεν μπορώ να καταλάβω αν στ’ αλήθεια κλαίω ή αν φταίνε τα χημικά που κάνουν τα δάκρυα να τρέχουν και τα μάτια μου να πονάνε…

Το πρωί έφυγα από το σπίτι για να πάμε για διαμαρτυρία στην Περιφέρεια. Μόνο τη διαμαρτυρία θα κάναμε και θα διαλυόμασταν ησύχως… Πότε έγιναν όλα τα υπόλοιπα; Πώς; Υποτίθεται ότι μόνο θα ανοίγαμε το πανό και θα φωνάζαμε να μας δώσουν κτίριο για να μην κάνουμε πια μάθημα σε κείνο το πεπαλαιωμένο νεοκλασικό που έμπαζε νερά από το ταβάνι κάθε φορά που έβρεχε και περιμέναμε πότε θα έπεφτε στα κεφάλια μας να μας πλακώσει. Ήταν θέμα χρόνου κι αυτό… Απ’ την άλλη, καημό το είχα να μπω σε αμφιθέατρο να κάνω μάθημα… Εγώ φταίω που ξεβράστηκα σε τούτο δω το ερημονήσι; Τι τα κάνετε τα πανεπιστήμια αφού δεν υπάρχει υποδομή;

Έτσι φώναξα μπροστά από το μπλοκ των αστυνομικών κι ούτε κι εγώ η ίδια δεν αναγνώρισα τη φωνή μου και τον εαυτό μου! Σαν να είχα βγει από το σώμα μου και στις αναστολές μου είχα δώσει υπνωτικό. Εγώ ήμουνα πάντα μια μετρημένη κι ήσυχη κοπέλα. Όλοι μου λέγανε πως μοιάζω να έχω έρθει από άλλη εποχή. Μαζεμένη και λιγομίλητη. Μα ώρες-ώρες, να, δεν ξέρω τι με πιάνει. Ένας σίφουνας γεννιέται μέσα μου και κάτι με πνίγει. Θέλω να φωνάξω, να ουρλιάξω, να διαταράξω…  Είμαι υποχρεωμένη αιώνια να συμμορφώνομαι με ό,τι μου σερβίρουνε κομμένο και ραμμένο στα μέτρα τους; Εγώ δεν υπάρχω; Εγώ δεν έχω γνώμη; Εμένα δεν μπαίνει στον κόπο να με ρωτήσει κανείς; Μήπως είμαι αόρατη; Μήπως είμαι διάφανη; Μήπως σ’ αυτή την εποχή δεν μπορούνε να με δούνε;
«Τι τα κάνετε τα πανεπιστήμια αφού δεν υπάρχει υποδομή; Γιατί τα χτίζετε;». Έτσι βγήκα από το μπουλούκι και φώναξα μπροστά στους αστυνομικούς, που είχαν έρθει να φρουρήσουν τη διαμαρτυρία για τυχόν επεισόδια. Τους έβλεπα τόση ώρα που είτε μιλούσαν μεταξύ τους είτε απαντούσαν στα κινητά, ενώ από την Περιφέρεια δεν εμφανιζότανε κανείς. Ξύπνησε πάλι μέσα μου εκείνος ο σίφουνας, εκείνο το θεριό που όταν ξυπνήσει, αν δε βγει από μέσα μου, θα μου κόψει την ανάσα και θα με πνίξει. Ξύπνησε και η φωνή βγήκε από το στόμα μου πριν προλάβω να το σκεφτώ! «Τι τα κάνετε τα πανεπιστήμια αφού δεν υπάρχει υποδομή; Γιατί τα χτίζετε;»
Κι έτσι, άνοιξαν οι ασκοί του Αιόλου… Άρχισαν όλοι να φωνάζουν. Ενώ μέχρι τότε ήταν ήσυχοι… «Τα καλοκαίρια έχετε τους τουρίστες, το χειμώνα εμάς, τους φοιτητές», «Μας θέλετε για να σας αφήνουμε τα λεφτά μας και δε μας δίνετε ούτε μια αξιοπρεπή στέγη», «Χαρά στη νησιώτικη φιλοξενία». Κι έπειτα, άρχισαν τα πιο χοντρά. Βγήκε μπροστά το βαρύ πυροβολικό. Οι «αναρχικοί». «Εμπρός, λαέ, μη σκύβεις το κεφάλι, ο μόνος δρόμος είναι βενζίνη και μπουκάλι και πάλι και πάλι βενζίνη και μπουκάλι» και διάφορα παρόμοια. Δεν ήθελε και πολύ για να γίνει το μοιραίο και πριν καλά-καλά καταλάβω τι είχε συμβεί, ένιωσα τα μάτια μου να καίνε. Φωνές, πανικός. Μυρίζω πυρκαγιά…
Όλοι έτρεχαν προς τα κάπου κι εγώ δεν ήξερα προς τα πού να πάω. Νιώθω κάποιον να με τραβάει από το μπράτσο. Όταν γυρίζω, βλέπω έναν αστυνομικό. Μα τι του έκανα; Ήθελε, άραγε, να μου δείξει το δρόμο ή να με χτυπήσει; «Άστηνα, ρε», του φωνάζει κάποιος που είχε ανεβάσει τη μπλούζα του ως τη μύτη του για να μην αναπνέει τα χημικά. Με τραβάει προς το μέρος του κι ενώ εγώ σκέφτομαι ποιος μπορεί να είναι –να είναι άραγε ο Στάμος;– εκείνος κάνει στον αστυνομικό ένα σωρό  χειρονομίες με το άλλο του χέρι -που τις βλέπω και ντρέπομαι- και τον στολίζει με όσα κοσμητικά ξέρει… Τι γυρεύω εγώ εδώ;
Θολώνει το μυαλό μου και μπερδεύομαι με το πλήθος. Όπου κι αν στραφώ βλέπω καπνούς. Παίρνω ανάσα με το ζόρι. Θα πέσω κάτω αν δεν τρέξω. Με σπρώχνουν, με τσαλαπατάνε. Παντού νιώθω αγκώνες και μαλλιά. Λες κι όλοι αυτοί οι φοιτητές αποτελούνται μόνο από αγκώνες και μαλλιά! Χάνομαι μέσα στο πλήθος. Κάθε χιλιοστό του κορμιού μου ακουμπάει πάνω σε άλλα κορμιά και σπρώχνεται από αυτά ή πιέζεται πάνω σ’ αυτά. Νιώθω την κρίση πανικού να πλησιάζει. Οι άνθρωποι γύρω μου γίνονται θολές φιγούρες κι οι φωνές τους ακούγονται σαν παραμορφωμένοι κι άναρθροι φθόγγοι. «Σώσε με», σκέφτομαι και δεν ξέρω κι εγώ η ίδια σε ποιον ακριβώς απευθύνομαι. Πρέπει να κουνήσω τα πόδια μου, να κλωτσήσω στην ανάγκη. Δεν καταλαβαίνω αν σπρώχνω ή αν τσαλαπατάω. Αν δε φύγω από δω, θα πεθάνω… Κινητοποιώ κι εγώ τους αγκώνες μου και τρέχω, τρέχω… Έχω απομακρυνθεί λιγάκι από αυτούς που έχουνε πιαστεί στα χέρια με τα ΜΑΤ. Βλέπω κι άλλα περιπολικά να έρχονται. Μα τι θα γίνει εδώ απόψε;


Δε γυρίζω να κοιτάξω πίσω δεύτερη φορά. Τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορώ κι η καρδιά μου χτυπάει όσο πιο γρήγορα αντέχει. Κάποια στιγμή ξεφεύγω από τους υπόλοιπους και χώνομαι μέσα στα στενάκια. Δεν θέλω άλλο να τρέχω μαζί τους. Θέλω να τρέχω μόνη μου. Κι ας μας λέγανε πάντα πριν από κάθε πορεία οι ‘συνδικαλιστές’ να μένουμε ενωμένοι γιατί σε όλους μαζί δεν μπορούνε να κάνουνε τίποτα, ενώ αν ξεμείνουμε μόνοι μας… Ακουμπώ αποκαμωμένη σε ένα τοίχο, προσπαθώ να κάνω αθόρυβη τη λαχανιασμένη ανάσα μου και στέκομαι για ν’ αφουγκραστώ. Τα ποδοβολητά πίσω μου, ευτυχώς, ξεμακραίνουν. Τα μάτια μου τσούζουν και προσπαθώ να μην τα τρίψω με τα χέρια μου γιατί ξέρω πως θα τα κάνω ακόμη χειρότερα. Δεν μπορώ να καταλάβω αν στ’ αλήθεια κλαίω ή αν φταίνε τα χημικά που κάνουν τα δάκρια να τρέχουν και τα μάτια μου να πονάνε… 
Προσπαθώ να ηρεμήσω για να κάνω εκτίμηση της κατάστασης. Πονάω σε όλο μου το σώμα. Αυτό είναι καλό. Σημαίνει ότι δεν έχω χτυπήσει κάπου συγκεκριμένα. Σηκώνω το χέρι μου και σκουπίζω με το μανίκι της μπλούζας το ιδρωμένο μου μέτωπο. Όταν το κατεβάζω, βλέπω πως είναι γεμάτο αίματα. Ψηλαφίζω πανικόβλητη το κεφάλι μου με τα δάχτυλά μου κι ανασαίνω με ανακούφιση όταν αντιλαμβάνομαι πως είναι απλές γρατσουνιές που έγιναν μέσα στον πανικό.
Κάθομαι στο πεζούλι έξω από ένα κλειστό μπακάλικο και γέρνω το κεφάλι μου στο ψυγείο της ΕΒΓΑ. Εκεί που έχω τρυπώσει, κανείς δεν πρόκειται να με πάρει είδηση, ακόμη κι αν περπατά στο στενάκι. Κλείνω τα μάτια και προσπαθώ να βάλω σε τάξη το κουβάρι του νου μου. Προσπαθώ να ηρεμήσω και να διώξω την ένταση. «Μα πώς πιάστηκαν στα χέρια; Τι τους ήρθε να πιαστούν στα χέρια με τους μπάτσους;», σκέφτομαι.
Δεν ξέρω πόσες ώρες έμεινα εκεί. Ίσως και να με πήρε ο ύπνος, γιατί όταν άνοιξα τα μάτια μου είχε νυχτώσει πια για τα καλά. Δηλαδή, ήμουνα εκεί κρυμμένη πάνω από 5-6 ώρες. Ανοίγω την τσάντα μου και ψάχνω να βρω το κινητό μου. Έδειχνε δέκα και είκοσι. Καλά την είχα υπολογίσει την ώρα. Κατά τα άλλα, ούτε μια κλήση δεν είχα. Ούτε μία! Πού ήταν οι ‘σύντροφοί’ μου; Πού; Δεν ανησύχησαν που τόσες ώρες δεν είχα δώσει κανένα σημείο ζωής;
Σηκώθηκα τρεκλίζοντας κι ίσιωσα τα ρούχα μου. Θα πάω να κλειστώ στο σπίτι μου και δεν θα ανοίξω την πόρτα σε κανέναν. Δεν θα απαντήσω στο τηλέφωνο, ακόμη κι αν χτυπήσει. Δεν είμαι εδώ. Εγώ δεν είμαι από δω. Είμαι από άλλη εποχή. Δεν ανήκω εδώ. Βρέθηκα εδώ κατά λάθος. Δεν καταλαβαίνω τους ανθρώπους. Δεν τους συμμερίζομαι. Δεν τους νοιάζομαι. Εγώ αγαπάω δρόμους, τραγούδια και ιδέες. Αγαπάω ποιήματα και βιβλία. Μ’ αρέσει να μυρίζω το χαρτί και να ψηλαφίζω τα τυπωμένα γράμματα. Νοιάζομαι για τον Ήλιο τον Ηλιάτορα του Ελύτη και το Κυκλάμινο του Ρίτσου. Διαβάζω το Ντίνο Χριστιανόπουλο και κλαίω, όπως κλαίω όταν διαβάζω τα δικά μου ποιήματα. Γεννήθηκα με τη θλίψη του οδοιπόρου. Μ’ αρέσει να περπατώ και να ζηλεύω τα αποδημητικά πουλιά.
Εγώ δε γεννήθηκα για να ζήσω μεγάλους έρωτες, ούτε μεγάλα πάθη. Γεννήθηκα για να κάνω μεγάλα λάθη. Και ο Στάμος που βρέθηκε στο δρόμο μου όταν πρωτόφτασα στο νησί, συνήθιζε να παραπονιέται και να μου λέει πως μακάρι να τον άγγιζα με την ίδια τρυφερότητα κι ευλάβεια που άγγιζα τις σελίδες των βιβλίων μου. «Τρυφερότητα κι ευλάβεια; Πώς τα συνδυάζεις αυτά τα δύο μέσα σε μια πρόταση;», τον ρωτούσα απορημένη. «Κάθε ερωτική πράξη έχει μέσα της ευλάβεια. Ευλάβεια και δέος», έλεγε ανάμεσα στις ρουφηξιές του τσιγάρου του.
Εγώ δεν έχω φίλους. Ποτέ δεν είχα. Οι φίλοι προδίδουνε και τα λόγια τους δε με πονάνε. Τα λόγια των πραγματικών φίλων σε αγγίζουνε, σε πονάνε. Εγώ δεν έχω πραγματικούς φίλους. Δεν ξέρω τι μέρα θα ξημερώσει. Εγώ αγαπώ το ηλιοβασίλεμα. Βγαίνω και κάνω βόλτες τις νύχτες. Μ’ αρέσει ο δρόμος. Πάω όπου με οδηγεί. Καμιά φορά, με ακολουθεί κάποιο αδέσποτο. Τα σκυλιά έχουν ένστικτο. Με παίρνει από πίσω και μου κάνει παρέα μέχρι όπου πάω. Μετά, με γυρίζει μέχρι το σπίτι και του βάζω νερό ή του δίνω κάτι να φάει, αν έχω. Αγαπώ τα αδέσποτα σκυλιά. Έχουν μια θλίψη στο βλέμμα που τα υπόλοιπα σκυλιά δεν έχουν. Μια θλίψη στο βλέμμα σαν κι αυτή που έχω εγώ και που οι υπόλοιποι άνθρωποι δεν έχουν. Είμαι κι εγώ ένα αδέσποτο σκυλί…

 

 

(συνεχίζεται...)

Μαρία Δασκαλάκη

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ :


Επαναστάσεις καθημερινής βάρδιας (Μέρος 2ο)

 

 

Δύσκολοι καιροί για επανάσταση, πατέρα...

 

 

Το σημάδι

 

 

 

Προξενιό εξ' απροόπτου

 

 

 

Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner

Your Say!

Banner

Authors

Μαριλένα Παππά Ευρυδίκη Αμανατίδου Μαρίνα Φραγκεσκίδου

 

 

 

Γεωργία Λάττα Γιάννης Λαμπράκης Μαρία Δασκαλάκη

 

 

 

Μαριάννα ΤεγογιάννηΧάρης Γαντζούδης Σώφρονας Τριμπουλέ

 

 

 

Connect!

 

 

 

 

 

 

Copyright © 2017 Deity.gr. All Rights Reserved.