Επαναστάσεις καθημερινής βάρδιας (Μέρος 2ο)

Γράφει η Μαρία Δασκαλάκη

Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κινητό. Κάποιος με νοιάστηκε. Πέσανε και οι άμυνες και οι ασπίδες. Δεν ήμουνα πια σκληρή. Δεν είμαι σίδερο για να μη σπάω… Ξανάγινα ανθρώπινη κι ακολούθησα τα ένστικτά μου. Δεν γεννήθηκε κανείς για να είναι μόνος. «Δεν είσαι η τέλεια για να είσαι μόνη», έλεγε ο Στάμος.
«Παρακαλώ;»
«Έλα στο σπίτι της Άριας σε ένα τέταρτο, να δούμε τι θα κάνουμε αύριο. Λέμε να κατεβούμε σε πορεία την Πέμπτη και να κάνουμε καταγγελία αύριο στις γενικές συνελεύσεις των τμημάτων… Δεν θα περάσει έτσι αυτό…»
Ακολούθησε ένα υβρεολόγιο για τους μπάτσους. Δεν περίμενα να τα ακούσω όλα. Είχα κλείσει το τηλέφωνο. Ήτανε ο Στάμος. Ούτε ρώτησε τι κάνω, ούτε αν είμαι καλά, ούτε αν έχω χτυπήσει. Θράσος, ε; Πώς να σ’ αγγίξω μετά; Με ποιο δέος; Με ποια ευλάβεια; Πώς να αφεθώ και να γίνω ένα μαζί σου, όταν εσύ νοιάζεσαι περισσότερο για τους μπάτσους που προκάλεσες και χτύπησες –αλλά θα λες ότι εκείνοι σε έδειραν– παρά για μένα; Δεν με είδες; Δε με ένιωσες; Περισσότερο στο Θεό φώναζα εκείνη τη στιγμή να με σώσει, παρά σε σένα…

Νομίζεις αυτό σε κάνει αναρχικό; Σε κάνει επαναστάτη; Τα μαλλιά; Τα ρούχα; Τα συνθήματα τύπου «σ’ αυτούς τους δρόμους/ σ’ αυτή την κοινωνία/ μια μέρα η εξέγερση/ δεν θα ’ναι ουτοπία» και «βενζίνη και μπουκάλι»; Σήμερα είναι πολύ απλό κάποιος να δηλώνει επαναστάτης, αναρχικός ή αριστερός με την ίδια ευκολία που πίνει τον καφέ του ή πηγαίνει στο περίπτερο. Από τη μια, αν είναι άνδρας, το προφίλ είναι σαν το δικό σου, κάπως έτσι: Μακριά μαλλιά επιμελώς ατημέλητα, γένια, μπλούζα με τον Τσε Γκεβάρα, χακί αμπέχονο, παντελόνι καμπάνα, άρβυλα, χακί τσάντα που κρέμεται στον ώμο, λίγο σκυφτός στο περπάτημα. Αν είναι κορίτσι, πάνω κάτω τα ίδια –χωρίς τα γένια και τα αχτένιστα μαλλιά. Χρησιμοποιούν συνέχεια εκφράσεις και λέξεις όπως: «Μετά την κατάρρευση του πρώην ανατολικού μπλοκ…», «…κατεξοχήν ιμπεριαλιστική χώρα…», «παγκοσμιοποίηση», «φράξια», «πάλη των τάξεων», «φονιάδες των λαών». Ήρωες των παιδικών τους χρόνων ο Μάο και ο Στάλιν και φυσικά όταν μεγαλώσουν θέλουν να μοιάσουν στον Τσε Γκεβάρα. Βέβαια, το πόσες χιλιάδες κόσμο έσφαξαν οι πρώτοι δύο και το αν θα τρίζουν τα κόκαλα του Τσε έτσι όπως καπηλεύονται οι κάθε λογής «επιτήδειοι» τη μνήμη του, δεν σας πτοεί καθόλου.

Κι άπαξ και μπλέξεις μέσα σε όλο αυτό τον κυκεώνα, ακόμη και με την καλή σου τη διάθεση πάντα κι επειδή θέλεις έναν κόσμο πιο όμορφο, το μόνο που πιθανότατα θα εισπράξεις, μετά από πολύ τρέξιμο βέβαια, είναι πίκρα κι απογοήτευση. Α! Κι επιβεβαίωση για μια ακόμη φορά ότι «κομματόσκυλα» δεν είναι μόνο οι φανατικοί οπαδοί των μεγάλων κομμάτων, αλλά κι αυτοί των μικρότερων, των «λοιπών», που ούτε καν έχουν πιθανότητα να μπούνε ποτέ στο Κοινοβούλιο.
Κι άντε, Στάμο, περάσαμε στο πανεπιστήμιο. Εδώ, ακούσαμε οι περισσότεροι για πρώτη φορά τον όρο «εξωκοινοβουλευτική αριστερά». Κι αρχικά χαρήκαμε. Σκεφτήκαμε πως δεν είναι όλοι το ίδιο, υπάρχει και κάτι που κάνει τη διαφορά. Κι έπειτα ακούς ότι: «Εμείς –στην τάδε οργάνωση– δεν πιστεύουμε στο Θεό». Και ρωτάς: «Εσύ όμως πιστεύεις»; Και παίρνεις πάλι ως απάντηση: «Εμείς…». Δηλαδή, εκεί, «εγώ» δεν υπάρχει; Χάνεται μέσα στο «Εμείς κάνουμε…», «Εμείς πιστεύουμε…», «Εμείς λέμε…»; Και προσοχή, όχι στο «είμαστε στο εμείς», αλλά στο «εμείς» της μάζας.
Στις συνελεύσεις, δε, όποιος δεν συμφωνεί με την άποψή τους είναι «προβοκάτορας» και «καπιταλιστής». Κι έπειτα ακολουθεί ο απόλυτος πανικός. Γκρίνια. Κατά των μαθημάτων, κατά των καθηγητών, κατά των μεταπτυχιακών. Όλα κι όλα, το πτυχίο πρέπει να είναι ένα κι όλοι να είναι ισάξιοι για την αγορά εργασίας. Ναι. Συμφωνώ κι εγώ. Όμως, μόλις τελειώσουν τις σπουδές τους, τρέχουν για μεταπτυχιακό στην Αγγλία και την Αμερική κι έπειτα για καφέδες και δείπνα με τους καθηγητές που έβριζαν και καταλήγουν πρώτα επιτηρητές στις εξετάσεις των φοιτητών κι ύστερα διδάσκοντες στην ίδια σχολή στης οποίας τις αίθουσες έβριζαν τους διδάσκοντες!!!
Έχω πάει, Στάμο, σε σπίτια αυτοαποκαλούμενων «αριστερών» με σιντριβάνια κι αγάλματα στον κήπο. Κι εσύ έχεις πάει… Θυμάσαι το σπίτι της Ήρας και του Αλέξανδρου; Σιντριβάνια και αγάλματα στον κήπο! Αλλά στις μαζώξεις στο εργατικό κέντρο, αφού μας έχουν ζαλίσει τρεις-τέσσερις ώρες για το αν θα γράψουν στην αφίσα “κατάργηση” ή “ανατροπή” και ποια η διαφορά– λένε: «…και τώρα σύντροφοι και συντρόφισσες δώστε ό,τι έχετε την ευχαρίστηση για να πληρώσουμε την αίθουσα». Στον κήπο όμως, σιντριβάνια και αγάλματα οι σύντροφοι… Μη μου πεις πως δεν το θυμάσαι…
Από την άλλη, εσύ μοιάζεις με το σωσία του Τσε Γκεβάρα και δηλώνεις αναρχικός. Θυμήσου λιγάκι τον Τάσο από τα Γιάννενα. Δήλωνε «αναρχικός» και φόραγε μόνο Lewis και Lacoste. Επίσης μετά τη σχολή θα πήγαινε να σπουδάσει κιθάρα στην Αμερική. Είχαμε κάνει άπειρες συζητήσεις για το πώς ένας «αναρχικός» δεν γίνεται να ζει με τα λεφτά του μπαμπά του, ούτε να πάει να σπουδάσει στην Αμερική. «Όχι», επέμενε αυτός. «Εγώ θα πάω εκεί και θα διαλύσω το σύστημα εκ των έσω». «Και μετά θα σου κάνουν και άγαλμα και θα καθιερώσουν και εθνική επέτειο προς τιμή σου, όπως το Thanksgiving», του έλεγα και γέλαγα. Τι άλλο να κάνω; Να του προτείνω να διαβάσει τον «Αναρχικό τραπεζίτη» του Πεσόα ή Μπακούνιν; Θα έλεγε πως βαριέται. Κι όμως, δήλωνε αναρχικός. Κι ως γνωστόν, στην Ελλάδα, ό,τι δηλώσεις είσαι… Θυμάσαι; Μπροστά ήσουνα κι εσύ…
Πέρα όμως από το φαιδρό έχεις υπόθεσης, Στάμο, πιστεύω ότι δεν υπάρχουν αναρχικοί κι αυτοί που πετάνε πέτρες και μολότοφ στην περιουσία που ο άμοιρος ο κοσμάκης φτιάχνει με κόπο και ιδρώτα, κάπως αλλιώς πρέπει να λέγονται κι όχι έτσι. Αναίσθητοι και αήθεις ίσως… Αναρχικός μπορεί να είσαι στο μυαλό κι όχι με την έννοια που χρησιμοποιούμε σήμερα τη λέξη ή που κάποιοι σαν εσένα δηλώνουν ότι είναι. Επίσης, το ότι έχεις μάθει απ’ έξω το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» και κυκλοφορείς σαν απομίμηση του Τσε, δε σε κάνει αριστερό. Γιατί εκεί θέλω να καταλήξω. Στη λέξη «βιτρίνα». Φτιάχνεις μια πολύ ωραία εικόνα, σύμφωνα πάντα με ένα ορισμένο πρότυπο κι εκ του μη όντος, ξαφνικά λέγεσαι αριστερός, αναρχικός και πάει λέγοντας.
Αν δεν διαθέτεις τη συγκεκριμένη …μόστρα, είσαι αυτόματα «γιάπης», «καπιταλιστής» και «βολεμένος». Κι αν, για παράδειγμα, εκείνος ο Τάσος με το Lacoste πήγαινε σε μια ομάδα «αναρχικών» και τους έλεγε «Γεια σας, ήρθα», πώς λες να τον αντιμετώπιζαν; Θα τον καλωσόριζαν; Αν πήγαινες με ταγιέρ Roberto Cavalli σε συνάντηση «αριστερών», θα σε κοίταγαν με μισό μάτι. Κατά τα άλλα, το εσωτερικό είναι αυτό που τους ενδιαφέρει κι ο πνευματικός κόσμος. Τα σιντριβάνια, όμως, και τα αγάλματα στους κήπους ακόμα υπάρχουν…
Ένας ανήσυχος άνθρωπος, Στάμο, καλύτερα να παραμείνει ανήσυχος στη μοναχική του πορεία, παρά να χάνεται μέσα στις ξεπουλημένες «επαναστάσεις» των εκάστοτε «σωτήρων». Εξάλλου, πόσοι είναι αυτοί που ξεκίνησαν σαν κι εσένα… Σε όποια πορεία και να πήγαινες τους έβλεπες στην πρώτη σειρά να κρατάνε τα πανό και να φωνάζουν τα συνθήματα από τη ντουντούκα κι έπειτα μεγάλωσαν, παντρεύτηκαν, έκαναν παιδιά και βολεμένοι πια στον καναπέ του ζεστού σπιτιού τους, βλέπουν πορείες στην τηλεόραση και κουνάνε συγκαταβατικά το κεφάλι, αποτρέποντας τα παιδιά τους από «αυτά τα πράγματα». «Ήταν μια τρέλα νεανική που τώρα έχει περάσει…». Κι υπήρχαν και κάποιοι άλλοι που συμμετείχαν σ’ όλα αυτά με τον τρόπο τους, ήρεμα και χωρίς πολλές πολλές φανφάρες, τώρα έχουν μεγαλώσει κι όμως,  ακόμη κάτι ψάχνουν, δεν έχουν συμβιβαστεί με τη ζωή τους, τη δουλειά, την οικογένεια. Αντίθετα, βγαίνουν, διαβάζουν, παρακολουθούν εκθέσεις, σεμινάρια, διαλέξεις, ψάχνονται… Δεν έχουν εφησυχάσει. Δεν έχουν προσβληθεί από το «σύνδρομο του καναπέ». Κι όπως έγραψε κι ο Μιχάλης Κατσαρός «Αντισταθείτε σ’ αυτόν που χτίζει ένα σπιτάκι και λέει “καλά είμαι εδώ”»! Εσύ τι απ’ όλα αυτά κάνεις; Ξέρεις μόνο να προκαλείς τους μπάτσους. Επαναστάτης κι έχεις ξεχάσει την αιτία. Έχεις ανάγκη να ζήσεις έντονες συγκινήσεις, χωρίς να σ’ ενδιαφέρουν τα πώς και τα γιατί. Ίσως κι εγώ αυτό έχω την ανάγκη να νιώσω…

Συνεχίζω και περπατώ, επιταχύνοντας όλο και περισσότερο τα βήματά μου. Φτάνω στο σπίτι μου, βγάζω τα ρούχα μου και τα πετώ στα σκουπίδια. Τα σιχαίνομαι. Όλα όσα νιώθω εκείνη τη στιγμή για κείνα τα ρούχα, δεν πρόκειται να φύγουν στο πλυντήριο, όσες φορές κι αν τα βάλω να πλυθούν. Έτσι, τα πετώ. Κάνω ένα καυτό μπάνιο και κουκουλώνομαι κάτω από τα σκεπάσματα του κρεβατιού μου. Ανοίγω την τηλεόραση και περιμένω ν’ ακούσω το τελευταίο δελτίο ειδήσεων της ημέρας από κάποιο τοπικό κανάλι. Βλέπω πλάνα από την Περιφέρεια. Τελικά έγινε μεγαλύτερος χαμός απ’ ότι υποψιαζόμουνα. Ο σώζων εαυτώ σωθείτο. Τα χειρότερα, φαίνεται πως γίνανε μετά που έφυγα εγώ. Κάνανε και συλλήψεις… Πέτρες, ξύλα, δακρυγόνα… Κανείς δεν ήξερε ποιον έδερνε πού. Χτύπαγε τους δικούς του ή τους άλλους; Έριχναν όλοι ξύλο κι όπου πέσει. «Εικόνες ντροπής», έγραφε η λεζάντα στο κάτω μέρος της οθόνης.
Κάπου την είχα ξαναδεί αυτή τη λεζάντα. Σε κάποιο ντοκιμαντέρ με εικόνες από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Εβραίων στο Άουσβιτς και το Νταχάου. Δεν ήταν άνθρωποι αυτοί. Δεν ήταν ούτε ζωντανοί, ούτε νεκροί. Ήταν όρθιοι σκελετοί… Θυμάμαι την έκθεση που είχαν επισκεφτεί πριν μερικά χρόνια στην Αθήνα. Την ηλεκτρισμένη  ατμόσφαιρα, την αίθουσα γεμάτη με τ’ απομεινάρια του πολέμου.
Δε στάθηκα στα όπλα και στις στολές, “μύριζαν” αίμα και θάνατο. Έμεινα, όμως, μπροστά στη βιτρίνα με το άστρο του Δαυίδ που φορούσε κάποιος Εβραίος κατάδικος. Τι ν’ απέγινε, άραγε; Πιο πάνω, ένα κομμάτι αυθεντικό συρματόπλεγμα από το στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Νταχάου. Άραγε πόσα χέρια να είχε γρατσουνίσει; Πόσα χέρια να είχανε ματώσει κρατώντας το σφιχτά, τη στιγμή που θα αναρωτιόντουσαν ποια μοίρα να τους περιμένει; Δίπλα, μια χρυσή πλάκα, αντίγραφο γερμανικής πλάκας κατασκευασμένης από τα χρυσά δόντια Εβραίων που πέθαναν στο Νταχάου και στο Άουσβιτς… 
Την ίδια μέρα, πέρασα κι απ’ το Πολυτεχνείο. Ίσως φταίει που ήμουνα ήδη φορτισμένη, μα ένιωσα ένα ρίγος να με διαπερνά. Στεκόμουνα εκεί, που είχανε σταθεί τόσοι συνομήλικοί μου, που κάποτε είχανε προτάξει τα στήθη τους στα όπλα υπερασπίζοντας ένα ιδανικό, που δώσανε τη ζωή τους γι’ αυτό. Πού πάλεψαν. Πού δεν τους ένοιαξε το κόστος. Που θυσίασαν τη ζωή τους. Που τόλμησαν. Κι εγώ σήμερα, εδώ, τι κάνω;
Εγώ δεν έχω ζήσει κανένα πόλεμο, καμιά δικτατορία και καμία επανάσταση. Δεν έχω ζήσει την πείνα, το κυνήγι, την προσφυγιά. Δεν έχω παλέψει για κάτι, Στάμο. Γεννήθηκα “αργά”. Είμαι τυχερή, λέει η γιαγιά μου. Δεν έζησα σε εποχές δύσκολες. Είμαι, όμως; Είμαι τυχερή; Ή μήπως απλά κι εγώ, όπως και τόσοι άλλοι που δεν προλάβαμε τίποτα απ’ όλα όσα γράφτηκαν στην Ιστορία, δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε την ελευθερία μας, γιατί δεν αγωνιστήκαμε για να την κερδίσουμε κι ούτε έχουμε ζήσει χωρίς αυτήν; Μήπως φωνάζουμε χωρίς αιτία ή για λάθος αιτία μόνο και μόνο επειδή έχουμε την ανάγκη να φωνάξουμε;
Η Ιστορία ψυχορραγεί. Η ουσιαστική Ιστορία ισοπεδώνεται από κισσούς κι αγριόχορτα. Η ουσιαστική Ιστορία συνοψίζεται στα παραμελημένα ερείπια κάποιας αρχαίας καστροπολιτείας. Η ουσιαστική Ιστορία κρύβεται πίσω από μισογκρεμισμένα χαλάσματα. Εντέλει, στη συνείδησή μας, μένει μόνο η Ιστορία που καταλήγει να γίνεται άγαλμα στο κέντρο κάποιας πλατείας. Και κανείς δε ρώτησε τα αγάλματα που κοιτάζουν τις πλατείες βουβά, αν θέλησαν να στοιχειώσουν την Ιστορία με μάρμαρο…
Όμως, όταν βρεθώ σε μια αίθουσα γεμάτη με ιστορικά κειμήλια ή σε χώρους που τόσοι άνθρωποι έχουν στοιχειώσει με την ίδια τους τη ζωή, με πιάνει δέος. Σαν να με διαπερνά ηλεκτρικό ρεύμα. Κάποιοι αγωνίστηκαν και κάποιοι πέθαναν, Στάμο, για μας. Για να υπάρχουν τώρα άνθρωποι να λένε ότι δεν πιστεύουν. Για να μπορώ εγώ και εσύ και όλοι μας να χαιρόμαστε την ελευθερία. Και να την καπηλευόμαστε κιόλας. Και να μην την εκτιμάμε. Για να μπορείς εσύ να σπας βιτρίνες και να πίνεις τους μπάφους σου. Για να μπορώ εγώ να περπατώ τα βράδια στους δρόμους ελεύθερη ό,τι ώρα το θελήσω και να διαβάζω το Κυκλάμινο του Ρίτσου, χωρίς να κρύβομαι και να φοβάμαι. Το έκαναν με την ελπίδα να μας παραδώσουν ένα κόσμο πιο αγνό, πιο όμορφο, πιο δίκαιο, πιο έντιμο, με την ελπίδα να μην ξεχάσουμε το διαχρονικό σύνθημα κάθε επανάστασης, τους στίχους του Τούρκου ποιητή Ναζίμ Χικμέτ: «Αν δεν καώ εγώ, αν δεν καείς εσύ, αν δεν καούμε εμείς, πώς θα γίνει το σκοτάδι φως;» Πώς, Στάμο; Πώς;


ΤΕΛΟΣ

Μαρία Δασκαλάκη

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ :

 

Επαναστάσεις καθημερινής βάρδιας (Μέρος 1ο)

 

 

Ο τοίχος με το ζωγραφισμένο παράθυρο : Α' Βραβείο στο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό στη Μελβούρνη, 2010. Της Μαρίας Δασκαλάκη.

 

 

Βιογραφικό Σημείωμα

 

 

 

Αγάπησα ένα μυρμήγκι. Γράφει ο Νικόλας Σμυρνάκης.

 

 

 

 

Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner

Your Say!

Banner

Authors

Μαριλένα Παππά Ευρυδίκη Αμανατίδου Μαρίνα Φραγκεσκίδου

 

 

 

Γεωργία Λάττα Γιάννης Λαμπράκης Μαρία Δασκαλάκη

 

 

 

Μαριάννα ΤεγογιάννηΧάρης Γαντζούδης Σώφρονας Τριμπουλέ

 

 

 

Connect!

 

 

 

 

 

 

Copyright © 2017 Deity.gr. All Rights Reserved.