Ο τοίχος με το ζωγραφισμένο παράθυρο (Μέρος 1ο)

Γράφει η Μαρία Δασκαλάκη

Η αυλή μας ήτανε η μεγαλύτερη αυλή της γειτονιάς. Αποτελούσε αναμφισβήτητα, λοιπόν, κεντρικό σημείο συνάντησης για μικρούς και μεγάλους. Εκεί μαζευόμασταν όλα τα πιτσιρίκια και παίζαμε τα καλοκαιρινά απογεύματα. Βρισκόμασταν, βέβαια, υπό την «αυστηρή» επιτήρηση μαμάδων και γιαγιάδων που έβγαιναν έξω με τις καρέκλες τους και τα κεντήματά τους, μαζεύονταν σε μια γωνιά όλες μαζί και τάχα μας πρόσεχαν. Περισσότερο, δηλαδή, να σκοτώσουν την ώρα τους ήθελαν κι αυτές, παρά που κοίταγαν τι κάναμε. Αφού, καμιά φορά, τις απορροφούσε τόσο πολύ η κουβέντα και το κουτσομπολιό που τις τρύπαγαν τα βελόνια χωρίς να το καταλάβουν. Από τα «αχ» και τα «άουτς», το παίρναμε είδηση κι εμείς και κρυφογελούσαμε, ενώ τις χαζεύαμε που πιπιλάγανε τα δάχτυλα στο στόμα τους για να σταματήσει το αίμα. Έπειτα, επιδίδονταν ξανά στις απογευματινές τους κουβέντες.

Αν, τώρα, τύχαινε και χτύπαγε κανείς από μας, σηκώνονταν όλες κι έτρεχαν προς το μέρος μας τσιρίζοντας και μοιρολογώντας «πάει το παιδί», καθώς αντίκριζαν τα αίματα που έτρεχαν ποτάμι, συνήθως από τα γόνατα ή τους αγκώνες μας. Ύστερα, όταν έριχναν νερό στην πληγή και συνειδητοποιούσαν πως δεν ήταν τίποτε σοβαρό, άφηναν κατά μέρος τα μοιρολόγια κι έπιαναν τις απειλές: «Θα σε σκοτώσω», «εσύ θα με πεθάνεις», «θα σε τσακίσει ο πατέρας σου». Κι όταν εν τέλει τα πράγματα ηρεμούσαν, ξαναγυρίζαμε εμείς στο παιχνίδι μας κι εκείνες στο πλέξιμό τους.

«Μα μπροστά στα μάθια1 μας θα σκοτωθούνε;» ρώταγε η μία.

«Μπα κακό χρόνο να μην έχουνε, μου κόψανε τα ήπατα τα καλόπαιδα…», απάνταγε η άλλη.

Έπειτα, ξανάπιαναν το κουτσομπολιό. Συνέχιζαν τη συζήτηση για την κόρη της φουρνάρισσας «που μαζεύτηκε πάλι χαράματα χτες το βράδυ η σουσουράδα». Ανεξάντλητο θέμα η κόρη της φουρνάρισσας και οι «αγαπητικοί της», όπως έλεγαν. Να ’ναι καλά η κοπέλα όπου και να βρίσκεται, τις κρατούσε αρκετή ώρα απασχολημένες, για να μην ασχολούνται με μας και με τις αταξίες μας.

Κάπου εκεί στις αρχές του Αυγούστου, ήρθε ένας καινούριος στη γειτονιά, ο Παναγιωτάκης, που νοίκιασε το πιο μικρό και το πιο σκοτεινό δωματιάκι της αυλής μας. Αυτό το δωματιάκι, κανείς δεν ήθελε να το νοικιάσει και τον πιο πολύ καιρό ήταν άδειο. Αλλά κι όποιος ερχότανε, δεν έμενε για πολύ. Ή έφευγε γιατί έπιανε μια καλύτερη δουλειά, έβγαζε περισσότερα χρήματα κι έβρισκε ένα καλύτερο σπίτι, ή έφευγε επειδή πέθαινε, όπως η χήρα η κυρά-Παγώνα. Ήταν η τελευταία που έμεινε στο ανήλιαγο δωματιάκι πριν τον Παναγιωτάκη, μέχρι που άφησε το μάταιο τούτο κόσμο πλήρης ημερών κι έτσι το μικρό δωμάτιο έμεινε άδειο ξανά. Όπως έλεγε κι η μάνα μου: «είναι σα κλουβί και κανένα ζωντανό δε μπορεί να ζήσει εκεί μέσα». Ο Παναγιωτάκης όμως μπόρεσε. Ο Παναγιωτάκης ήτανε ζωγράφος.

«Ζωγράφος;», αναρωτιόντουσαν και σιγοψιθύριζαν οι μανάδες κι οι γιαγιάδες μας στην αυλή, καθώς τον έβλεπαν να κουβαλάει στο δωματιάκι καβαλέτα και τελάρα.

«Δηλαδή, κανονική δουλειά είναι τηνέ2

«Ποιος τονε3 πληρώνει;»

«Κι ίντα4 τρώει ο άμοιρος;»

«Ίντα τρώει! Άμα είχε να φάει, το ανήλιαγο θα νοίκιαζε;»

Η μάνα μου ήτανε αυτή που είχε πει το τελευταίο και μου ’χε έρθει να της απαντήσω πως και στον πατέρα μου «μισθό της πείνας» έλεγε πως έπαιρνε, μα μια χαρά καταφέρναμε και τρώγαμε. Είχε ένα άγχος η μάνα μου με το φαγητό!

«Είμαι περίεργη πού θα χωρέσουνε όλα αυτά τα συμπράγκαλα σε τούτη την τρύπα», απορούσε κάποια άλλη.

Ο Παναγιωτάκης, από την άλλη, κάτι μισόλογα έπιανε με τ’ αφτιά του από τις κουβέντες των γυναικών της γειτονιάς, μα χαμογελούσε συγκαταβατικά σε όλες κάτω από τα μαύρα γένια του και δεν έλεγε τίποτα. Την πρώτη μέρα δε που ήρθε στη γειτονιά, πήρε τις μπογιές του, βγήκε έξω και ζωγράφισε στον εξωτερικό τοίχο του δωματίου του ένα μεγάλο παράθυρο και μια γλάστρα με κόκκινα λουλούδια μπροστά στο ζωγραφιστό περβάζι.

Κοριτσάκι μικρό τότε εγώ, τον συμπάθησα αμέσως. Πού με χάνανε, πού με βρίσκανε, στο δωμάτιό του τριγυρνούσα. Τι δωμάτιο, δηλαδή, μια σταλιά ήτανε, μια τόση δα τρύπα ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους. Μια τρύπα χωρίς κανένα άνοιγμα, εκτός βέβαια την εξώπορτα, που ο Παναγιωτάκης την άφηνε πάντα ανοιχτή, έχοντας καρφώσει στο κασελίκι ένα διάφανο σεντόνι για να κλείνει το άνοιγμα. Ήτανε τόσο ωραίο αυτό το σεντόνι όταν το ανέμιζε ο αέρας…

Ο νεαρός ζωγράφος εκεί και κοιμότανε και ζωγράφιζε. Έλεγε πως ήτανε και σπίτι και δουλειά μαζί και μου φαινότανε τόσο παράξενο!

«Εμένα, ο μπαμπάς μου χρειάζεται να παίρνει λεωφορείο για να πηγαίνει στο σχολείο, δεν κοιμάται όμως εκεί. Γυρίζει και κοιμάται στο σπίτι μας. Καμιά φορά, όμως, δουλεύει και στο σπίτι. Κάνει κάτι που λέγεται «διορθώνω γραπτά» και θέλει να κάνουμε πολλή ησυχία», έλεγα στον Παναγιωτάκη κι εκείνος γέλαγε με την καρδιά του και μ’ άφηνε να πασαλείβω με τις μπογιές του τα άδεια τελάρα όπως μου άρεσε. Έλεγε πως «κάναμε τέχνη».

Μια μέρα τον ρώτησα γιατί είχε ζωγραφίσει έξω, στον τοίχο του δρόμου το παράθυρο με τη γλάστρα.

«Γιατί, πιτσιρίκα, το δωμάτιο δεν έχει παράθυρα κι εγώ χρειάζομαι αέρα…», μου είχε απαντήσει.

Δεν πολυκατάλαβα τι εννοούσε, μα δεν τον ρώτησα κιόλας τι ήθελε να πει, μη με περάσει για μικρή. Συμφώνησα, όμως, καθώς μου φάνηκε πολύ σοφή η απάντησή του.

Δε θυμάμαι πότε και πώς, γίνανε φίλοι με τον πατέρα μου. Πάντα, όμως, ο πατέρας μου κατέβαινε στο δωμάτιο του Παναγιωτάκη. Εκείνος ποτέ δεν ανέβαινε στο σπίτι μας. Με τον πατέρα μου –το δάσκαλο, όπως τον αποκαλούσε ο ζωγράφος– όλο μιλάγανε σα μεγάλοι και κάθε φορά που μιλάγανε έτσι, καπνίζανε πάρα πολλά τσιγάρα. Ευτυχώς που δεν ήτανε η μάνα μου μπροστά να τους βλέπει, γιατί όλο του φώναζε να μην καπνίζει «μπροστά στο παιδί», δηλαδή σε μένα. Τους άκουγα να μιλάνε για άλλες χώρες και γι’ άλλες εποχές και δεν καταλάβαινα τίποτε. Πιο πολύ λέγανε για το Μάιο του 1968 κι όσο κι αν τους ρώταγα και προσπαθούσα να καταλάβω τι έγινε τότε, δε σταματούσανε την κουβέντα τους για να μου εξηγήσουνε.

Λέγανε και για έναν άντρα που είχε σε μια μεγάλη φωτογραφία ο Παναγιωτάκης στον τοίχο του και που τον λέγανε «Τσε» κι έμοιαζε πολύ και σ’ αυτόν και στον πατέρα μου, πριν ξυρίσει τα γένια του. Λέγανε ακόμη και για κάποιον «Κάστρο», που ήτανε άνθρωπος κι όχι κάστρο και πάλι δεν καταλάβαινα τίποτα. Λέγανε επίσης κάτι για «δεξιά» και για «αριστερά» κι εγώ μπερδευόμουνα γιατί ακόμη δεν μπορούσα να ξεχωρίσω το δεξί μου χέρι από το αριστερό και μάλλον κι αυτοί, αν και μεγάλοι, είχανε το ίδιο πρόβλημα. Προτιμούσα, λοιπόν, να μουτζουρώνω τελάρα και να «κάνω τέχνη», παρά να ακούω για Μάηδες και για κάστρα.

«Μαμά, τι έγινε το Μάιο του 1968;» ρώταγα τη μάνα μου, όταν είχα βαρεθεί τόσο πολύ τις ατέλειωτες συζητήσεις τους, που γύρναγα στο σπίτι μας.

«Τι έγινε;» ρωτούσε ξανά μηχανικά εκείνη, καθαρίζοντας πατάτες. «Πηγαίναμε στον κινηματόγραφο και βλέπαμε τη Βουγιουκλάκη», μου απαντούσε και συνέχιζε να κοιτά με ευλάβεια τις πατάτες της. «Ουρές μαζευότανε ο κόσμος στην είσοδο στην Αστόρια5 για ένα εισιτήριο…», μονολογούσε κουνώντας το κεφάλι της.

Ο Παναγιωτάκης κάποια μέρα που συζήταγε με τον πατέρα μου, είπε τη λέξη «επανάσταση» κι εγώ αμέσως πετάχτηκα να ρωτήσω τι σημαίνει πάλι τούτη η λέξη.

«Θα πει ότι μαζεύονται πολλοί άνθρωποι που δεν τους αρέσουν τα άδικα πράγματα στον κόσμο και φωνάζουν δυνατά για να τα αλλάξουν», μου εξήγησαν.

«Και κάθε πότε γίνεται επανάσταση;»

«Κάθε όποτε ξυπνήσει ο κόσμος».

«Και πότε ξύπνησε ο κόσμος;»

«Το Νοέμβρη του ’73, το Μάη του ’68…».

«Πριν τον κινηματογράφο η μετά;»

Οι δυο άντρες είχανε κοιταχτεί παραξενεμένοι κι εγώ συνέχισα για να τους δώσω να καταλάβουνε.

«Αφού το 1968 πηγαίνανε στον κινηματόγραφο να δούνε τη Βουγιουκλάκη και περιμένανε ουρές για ένα εισιτήριο, πότε κάνανε την επανάσταση, πριν ή μετά;»

Ο Παναγιωτάκης έπεσε κάτω από το κρεβάτι του από τα γέλια κι ο πατέρας μου όμως γέλασε κι αυτός πολύ κι ο ζωγράφος μου είπε:

«Να ’σαι καλά, πιτσιρίκα» και μετά είπε στον πατέρα μου: «Να σου ζήσει, δάσκαλε…» κι εγώ τότε χάρηκα πολύ, τόσο πολύ που αποφάσισα να μη συνεχίσω να μιλάω για να τους πω ότι εμένα μ’ αρέσανε οι βασιλιάδες κι όχι οι επαναστάτες γιατί είναι πιο όμορφοι από τον κύριο Τσε της φωτογραφίας κι οι βασίλισσες το ίδιο, γιατί έχουνε πολύ μακριά μαλλιά με μπούκλες και φοράνε μακριά ωραία φορέματα. Δεν είπα τίποτα όμως, γιατί όταν μεγάλωνα είχα αποφασίσει να παντρευτώ τον Παναγιωτάκη κι αν του έλεγα πως μ’ αρέσανε οι βασιλιάδες και οι βασίλισσες, σίγουρα δεν θα με ήθελε…

 

1 μάτια

2 αυτή

3 τον

4 τι

5 ο κεντρικός κινηματογράφος της πόλης

(συνεχίζεται...)

 

Μαρία Δασκαλάκη

 


*Το διήγημα της Μαρίας Δασκαλάκη «Ο τοίχος με το ζωγραφισμένο παράθυρο» τιμήθηκε με το Α' Βραβείο στο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό στη Μελβούρνη, το 2010.

 

 

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ :


Ο τοίχος με το ζωγραφισμένο παράθυρο (Μέρος 2ο)

 

 

 

Βιογραφικό Σημείωμα : Το διήγημα της Μαρίας Δασκαλάκη

 

 

 

Ένα κορίτσι του τσίρκου διηγείται την ιστορία της.

 

 


Μια γυναίκα ταράζει μια ανδρική φιλία. "Το στοίχημα" της Ευρυδίκης Αμανατίδου

 

 

 

 

Το τρίκυκλο : Το διήγημα της Ευρυδίκης Αμανατίδου στο Deity.gr

 

 

 

 

Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner

Your Say!

Banner

Authors

Μαριλένα Παππά Ευρυδίκη Αμανατίδου Μαρίνα Φραγκεσκίδου

 

 

 

Γεωργία Λάττα Γιάννης Λαμπράκης Μαρία Δασκαλάκη

 

 

 

Μαριάννα ΤεγογιάννηΧάρης Γαντζούδης Σώφρονας Τριμπουλέ

 

 

 

Connect!

 

 

 

 

 

 

Copyright © 2017 Deity.gr. All Rights Reserved.