Ο τοίχος με το ζωγραφισμένο παράθυρο (Μέρος 2ο)

Γράφει η Μαρία Δασκαλάκη

Από την άλλη, καημό το ’χα, να ’χω και γω μακριά μαλλιά. Ο πατέρας μου είχε μια μανία να μην αφήνει τα μαλλιά μου να μακρύνουνε. Κάθε τόσο, φώναζε την κομμώτρια που έμενε κοντά στο σπίτι μας κι ερχότανε και με κούρευε.
«Όχι πάλι αγορίστικα…», τον παρακαλούσα, αλλά δε με άκουγε. Τα καλοκαίρια έλεγε ότι έχει ζέστη κι έπρεπε να έχω κοντά μαλλιά και τους χειμώνες ότι τα μακριά μαλλιά μέσα στην τάξη κολλάγανε πιο εύκολα ψείρες.
Εγώ πάλι, έκλαιγα και σπαρταρούσα σαν το ψάρι έξω απ’ το νερό.
«Μην κλαις κι εγώ κοντά μαλλιά έχω», μουρμούριζε η μάνα μου σκουπίζοντας τις τρίχες μου απ’ το πάτωμα.
«Ναι, αλλά εσύ δε μοιάζεις με αγόρι», της απαντούσα μέσα στα αναφιλητά μου.

Ο πατέρας μου είχε κι άλλη μια μανία. Να κοιμόμαστε τα μεσημέρια. Ειδικά το καλοκαίρι, με έβαζε πάντα με το ζόρι στο κρεβάτι μετά το μεσημεριανό φαγητό. Ξάπλωνε κι αυτός και συνήθως κι η μάνα μου. Πόση εντύπωση μου έκανε που εκείνη ποτέ δεν την έβαζε να κοιμηθεί με το ζόρι!
Όταν, λοιπόν, η μάνα μου έμενε ξύπνια τα μεσημέρια, ήταν το χειρότερο που θα μπορούσε να μου τύχει, επειδή έπρεπε να κάνω ότι κοιμάμαι, καθώς συνέχεια μπαινόβγαινε στο δωμάτιο για να με βλέπει, μπας και την κορόιδευα. Εγώ, δεν ήθελα να κοιμάμαι, αλλά να παίζω. Επειδή όμως αν έπαιζα θα έκανα φασαρία και δεν θα τους άφηνα ούτε αυτούς να ησυχάσουνε, με βάζανε με το ζόρι για ύπνο. Και καλά, τον πατέρα μου τον έπαιρνε εύκολα ο ύπνος. Εγώ, όμως, δεν κατάφερνα να κοιμηθώ στ’ αλήθεια, ακόμη κι όταν ξεκίναγα να κοιμηθώ στα ψέματα. Ειδικά όταν με βάζανε με το ζόρι!
Όταν, όμως, ξάπλωνε κι η μάνα, καμωνόμουνα κι εγώ την κοιμισμένη μέχρι που άκουγα τον πατέρα μου να ροχαλίζει. Έπειτα, σηκωνόμουνα αθόρυβα κι έβγαινα απ’ το σπίτι ξυπόλητη για να μην κάνω ούτε την παραμικρή φασαρία με τις παντόφλες μου. Πού αλλού θα πήγαινα; Στου Παναγιωτάκη που –λόγω της ησυχίας– τα μεσημέρια έβγαζε το καβαλέτο του και το τελάρο του έξω στην άδεια αυλή και ζωγράφιζε εκεί ανενόχλητος.
«Κάνεις τέχνη;» πήγαινα και τον ρώταγα.
«Μη σε δει η μάνα σου που βγήκες έξω με τη νυχτικιά», απαντούσε εκείνος γελώντας κι έπειτα έβαζε μπογιές στα δάχτυλά μου και μου ’λεγε να μουτζουρώσω όπως μου ’ρχότανε τα τελάρα του.
Κάπως έτσι πέρασε εκείνο το καλοκαίρι κι έφτασε ο Σεπτέμβρης κι οι παραμονές που άνοιγαν τα σχολεία.
«Μη σε ξαναδώ να μπαινοβγαίνεις στου ζωγράφου», είχε αρχίσει να λέει η μάνα μου τις τελευταίες μέρες.
«Γιατί καλέ, μάνα;» τη ρώταγα εγώ φουρκισμένη.

«Δε βλέπεις τα κανιά σου που κοντεύουνε να γίνουνε δυο μέτρα το καθένα», έλεγε εκείνη κατακόκκινη, «μόνο βγαίνεις έξω με τις νυχτικιές και μπαινοβγαίνεις στο ανήλιαγο του ζωγράφου. Μωρό θαρρείς πως είσαι; Δεν το ’χουνε σε τίποτα στην αυλή αντί για την κόρη της φουρνάρισσας να λένε ’δα1 για σένα. Κομμένα τα σούρτα φέρτα στου Παναγιωτάκη, κατάλαβες;»

Δέκα χρονών παιδί εγώ τότε, τι να καταλάβω;
«Άσε το παιδί, βρε γυναίκα…», πήγαινε να πει ο πατέρας μου, μα εκείνη δεν τον άφηνε να τελειώσει τη φράση του.
«Εσύ, κύριε καθηγητά, κοίτα τα γραπτά σου κι άσε το παιδί σε μένα», τον έκοβε κι εκείνος δεν ξαναμιλούσε.
Έτσι κόπηκαν τα πήγαιν’ έλα μου στο δωμάτιο του Παναγιωτάκη. Ακόμη κι όταν ξενοίκιασε το δωματιάκι κι έφυγε από την αυλή, σχεδόν αμέσως μετά τα Χριστούγεννα της ίδιας χρονιάς, εγώ δεν το πήρα είδηση.
«Πολύ καιρό έχει να φανεί ο Παναγιωτάκης στην αυλή», είχα πει στον πατέρα μου κάποια μέρα που προσπαθούσα να τον ψαρέψω.
«Ποιος Παναγιωτάκης, παιδί μου, αυτός έφυγε για το Παρίσι. Πάει να κάνει την επανάστασή του…», μου απάντησε εκείνος.
«Ποια επανάσταση…», μουρμούριζε η μάνα μου ράβοντας τα κουμπιά σ’ ένα πουκάμισο του πατέρα μου, «να ζωγραφίζει τους περαστικούς πάει, μπας και βγάλει κανένα φράγκο. Εδώ, βλέπεις, δεν καταδέχεται να ασπρίζει οικοδομές…».
«Γυναίκα, σώπα!» γύρισε και της είπε ο πατέρας μου απότομα κι ήτανε από τις σπάνιες φορές που της είχε υψώσει τη φωνή του.
«Τι οικοδομές, μάνα; Ο Παναγιωτάκης κάνει τέχνη!», της αντιμίλησα κι εγώ που είχα στο μεταξύ ξεθαρρέψει.
Έτσι πέρασαν τα χρόνια, ξενοικιάστηκαν ένα-ένα τα δωμάτια, διαλύσανε κι οι τελευταίες αυλές κι αντικαταστάθηκαν από τις πολυκατοικίες. Η σπιτονοικυρά μας, η κυρά-Αγνή, είχε πια πεθάνει κι όλη την αυλή την κληρονόμησε η κόρη της που ήτανε λογίστρια. Εκείνη είχε διώξει όλους τους ενοίκους τότε –μαζί και μας– για να γκρεμίσει, είπε, όλα τα σπίτια και τα δωμάτια και να χτίσει πολυκατοικία.
«Καλύτερα», είχε πει –θυμάμαι– η μάνα μου. «Δεν είναι πλέον για την τάξη μας αυτή η γειτονιά».
«Προσγειώσου», της είχε απαντήσει ο πατέρας μου, αφήνοντάς με άθελά τους να συνειδητοποιώ σιγά-σιγά πως εκτός από τις τάξεις του σχολείου υπήρχανε κι άλλες τάξεις, αυτές της κοινωνίας.
Τελικά, εκείνη η λογίστρια, η κόρη της μακαρίτισσας της κυρα-Αγνής, ούτε τα σπίτια γκρέμισε, ούτε την πολυκατοικία έχτισε, μονάχα άσπρισε όλο το συγκρότημα, και πρώτο και καλύτερο τον τοίχο που είχε ζωγραφίσει ο Παναγιωτάκης. Γλάστρα, λουλούδια και παράθυρο, χάθηκαν όλα κάτω από τον άσπρο σοβά.     
«Μη στεναχωριέσαι», μου είπε εκείνη τη μέρα ο πατέρας μου, βλέποντάς με να στέκομαι βουρκωμένη μπροστά από τον άλλοτε ζωγραφισμένο τοίχο.
«Τι της έφταιγε το παράθυρο του Παναγιωτάκη;», ρώταγα και ξαναρώταγα όλο παράπονο, «αυτή δεν έχει ανάγκη από αέρα;»
«Οι λογιστές δεν είναι όπως οι ζωγράφοι…», μου είχε απαντήσει ο πατέρας μου και κάπου εκεί, μάλλον, έχει τις ρίζες της η αντιπάθεια που τρέφω μέχρι σήμερα για τους λογιστές.
Πέρασα πάλι σήμερα από την παλιά μας την αυλή. Στάθηκα και τη χάζευα. Το σπίτι μας, τη σαραβαλιασμένη πια σκάλα, το ανήλιαγο δωμάτιο του Παναγιωτάκη, τον άδειο τοίχο που θα μπορούσε να είχε μείνει ζωγραφισμένος μέχρι σήμερα... Όλα στέκουνε ακόμα. Εγκαταλελειμμένα κι ερειπωμένα, μα στέκουνε. Κάτι άκουσα πρόσφατα πως θα απαλλοτριώσουν ολόκληρο το τετράγωνο για να φτιάξουν ένα εμπορικό κέντρο με κάθε λογής πολυκαταστήματα μεγάλων εταιριών. Ποιος ξέρει…
Ρίχνω μια τελευταία ματιά στην αυλή και την προσπερνώ. Πρέπει να βιαστώ, ειδάλλως θα αργήσω. Απόψε είναι τα εγκαίνια της έκθεσης του Παναγιωτάκη που απ’ όταν γύρισε από το Παρίσι, λέγεται πλέον Giotis και –διαψεύδοντας τη μάνα μου– τα τελευταία χρόνια θεωρείται πια ένας από τους πλέον ταλαντούχους ζωγράφους της γενιάς του. Φαίνεται πως τελικά, την έκανε την επανάστασή του κι ας είχε έρθει τότε ένας μεγάλος κουβάς με σοβά για να σκεπάσει τις πολύχρωμες διαδηλώσεις του…
Κοιτώ το ρολόι μου ξανά κι επιταχύνω το βήμα μου. Ανυπομονώ. Βαθιά μέσα μου νιώθω μεγάλη συγκίνηση, καθώς είμαι σίγουρη πως κάπου ανάμεσα στους πίνακες της έκθεσης θα βρω τα ίχνη από τις μουτζούρες των παιδικών μου χεριών. Έφτασα. Κοντοστέκομαι στην είσοδο, παίρνω μια βαθιά ανάσα και μπαίνω μέσα…

 

1 τώρα

 

ΤΕΛΟΣ

 

Μαρία Δασκαλάκη



*Το διήγημα της Μαρίας Δασκαλάκη «Ο τοίχος με το ζωγραφισμένο παράθυρο» τιμήθηκε με το Α' Βραβείο στο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό στη Μελβούρνη, το 2010.

 

 

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ :


Ο τοίχος με το ζωγραφισμένο παράθυρο (Μέρος 1ο)

 

 

 

Βιογραφικό Σημείωμα : Το διήγημα της Μαρίας Δασκαλάκη

 

 

 

Το επιθυμητό τροχαίο. Το διήγημα της Ευρυδίκης Αμαντίδου

 

 


Υπάρχουν πρίγκιπες;

 

 


 

 

Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner

Your Say!

Banner

Authors

Μαριλένα Παππά Ευρυδίκη Αμανατίδου Μαρίνα Φραγκεσκίδου

 

 

 

Γεωργία Λάττα Γιάννης Λαμπράκης Μαρία Δασκαλάκη

 

 

 

Μαριάννα ΤεγογιάννηΧάρης Γαντζούδης Σώφρονας Τριμπουλέ

 

 

 

Connect!

 

 

 

 

 

 

Copyright © 2017 Deity.gr. All Rights Reserved.