Το σημάδι (Μέρος 1ο)

Γράφει η Μαρία Δασκαλάκη

«…ο χαμένος τα παίρνει όλα…», άκουγε να λέει το τραγούδι στο χαμηλωμένο της ραδιόφωνο και χαμογέλασε με πίκρα. Ήταν απίστευτο το πόσο ταυτιζόταν με τραγούδια, αλλά όταν έφτανε η στιγμή να τα ζήσει, έκανε πίσω. Τα ανεκπλήρωτα. Γι’ αυτό γίνανε και τραγούδια. Εξάλλου, τα τραγούδια των ανθρώπων είναι πιο όμορφα από τους ίδιους, όπως είχε γράψει κι ο αγαπημένος της Ναζίμ Χικμέτ. Έριξε μια ματιά στην κούνια κι είδε το μωρό να κοιμάται ήσυχο. Έγειρε κι εκείνη στα μαξιλάρια του καναπέ κι έκλεισε τα μάτια της. Ένιωθε πολύ κουρασμένη κι είχε μεγάλη ανάγκη για ύπνο, μα δεν θα κοιμόταν. Δεν ήθελε να ονειρευτεί. Μονάχα θα αναπολούσε το όνειρο που την έφερε ως εδώ…

Τον ξανασυνάντησε στην τράπεζα, μετά από πολλά χρόνια που ζούσαν στην ίδια πόλη κι όμως δεν είχαν βρεθεί ποτέ ξανά, ούτε τυχαία στο δρόμο. Πήγε να κάνει μια αίτηση για δάνειο και τον είδε πίσω από ένα γραφείο. «Υποδιευθυντής Μανώλης Σταματάκης», έγραφε. Σ’ εκείνη τη φάση, της είχε μπει η ιδέα ν’ ανοίξει μαγαζί με τα κοσμήματα που έφτιαχνε τόσα χρόνια σαν χόμπι και κεφάλαιο δεν υπήρχε. Έτσι έπεσε πάνω στο Μανώλη. Ξαφνικά.

«Πού είσαι, βρε ψυχή;» είπε εκείνος και της έσφιξε το χέρι.

Χάρηκε για τη συνάντηση κι εκείνη το κατάλαβε. Κάθισε λίγο στο γραφείο του, του είπε για το δάνειο. Δύσκολα τα πράγματα, βέβαια, καθώς τα ιδιαίτερα μαθήματα που παρέδιδε μέχρι τότε δεν αποτελούσαν απόδειξη για την τράπεζα πως είχε μια σταθερή δουλειά. Όπως και να ’χε, ο Μανώλης ζήτησε το τηλέφωνό της.

«Να πάμε για ένα καφέ να θυμηθούμε τα παλιά», της είπε.

Εκείνη, αν κι αναρωτιόταν τι κοινές αναμνήσεις είχανε να μοιραστούνε, του έδωσε το νούμερό της και το ίδιο βράδυ της τηλεφώνησε και βγήκανε. Έβγαινε για πρώτη φορά μετά από δύο χρόνια… Δεν επρόκειτο για έρωτα. Κάθε άλλο. Εξάλλου, αν κι ήταν συμφοιτητές και συμπατριώτες –εκείνος βέβαια στο Οικονομικό, εκείνη στη Φιλολογία– είχανε συστηθεί άπειρες φορές και παρόλα αυτά, κάθε φορά που τον έβλεπε, εξακολουθούσε να μη θυμάται το όνομά του. Αυτός, όμως, ήταν από τότε τσιμπημένος μαζί της. Κάτι είχε φτάσει και στα αφτιά της. Πού να δώσει, όμως, σημασία τότε εκείνη. Είχε αλλού το νου της.

Το βράδυ, πήγανε σ’ ένα απόμερο καφέ, χωμένο στα στενάκια στο κέντρο της πόλης. Δεν το είχε παρατηρήσει ποτέ. Ο Μανώλης είχε καταλάβει πως δεν ήταν και στην πιο κοινωνική φάση της ζωής της. Εκείνη παρατήρησε πως δεν είχε αλλάξει καθόλου. Καλό παιδί, όπως τον θυμόταν. Του είπε πως επέστρεψε μόνιμα στην Κρήτη. Στάθηκε διακριτικός και δεν τη ρώτησε για το Στάμο. Προφανώς κατάλαβε.

Βγαίνανε όλο και πιο συχνά. Της έδινε αυτό που είχε ανάγκη. Μια σιγουριά, μια ασφάλεια, μια αγκαλιά. Αν ήθελε να βγει, βγαίνανε. Αν όχι, πήγαινε να της κάνει παρέα στο σπίτι. Αν του ζητούσε να φύγει, έφευγε χωρίς να ρωτήσει γιατί. Αν του τηλεφωνούσε να έρθει, τα παράταγε όλα κι ερχόταν. Και ποτέ δεν άπλωσε το χέρι του παραπάνω απ’ όσο εκείνη ήθελε. Στο πρώτο «σταμάτα», δεν έλεγε δεύτερη κουβέντα, μονάχα μαζευόταν στη θέση του, χωρίς να διαμαρτυρηθεί. Ήταν κύριος.

Πριν προλάβουν να περάσουν έξι μήνες, της είπε:

«Τι λες; Παντρευόμαστε;».

«Δεν μπορώ να σε παντρευτώ», του είχε απαντήσει, «δεν ξέρεις τα χειρότερα για μένα».

Την παρακάλεσε να του μιλήσει, ήθελε να μάθει τα πάντα. Και το έκανε. Του είπε για το Στάμο, για τον επώδυνο χωρισμό τους, για την κατάθλιψη που είχε περάσει, για το πώς παράτησε τα πάντα κι επέστρεψε στην Κρήτη…όλα. Εκείνος άκουγε πολύ σοβαρός. Όταν εκείνη σταμάτησε να μιλάει, έπιασε το χέρι της και της είπε:

«Τώρα ξέρω τα χειρότερα για σένα κι ακόμη θέλω να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου μαζί σου. Απ’ όταν σε πρωτοείδα το ήθελα…».

Κι έπειτα, της είπε ό,τι ήξερε… Για κείνη, για το Στάμο, για τα τρελά πάρτι που πήγαιναν, για τους αναρχοαυτόνομους και αντιεξουσιαστές φίλους του, για τα ναρκωτικά, για τις φήμες που κυκλοφορούσαν…όλα. Και δεν τον ένοιαζε.

«Ήθελα μόνο να θυμάσαι το όνομά μου, εσύ, όμως, κάθε φορά το ξέχναγες…», της είπε.

Εκείνη, έβαλε τα κλάματα κι έκαναν έρωτα για πρώτη φορά. Ήταν όπως και στη ζωή του. Διακριτικός και προσεκτικός, φοβούμενος μην κάνει κάτι που θα την ενοχλήσει… Της άφησε μια αίσθηση πληρότητας από τη μια κι από την άλλη, ένα μικρό τόσο δα, μα αφόρητο κενό.

Γι’ αυτό και δεν τον παντρεύτηκε. Δεν μπορούσε να τον παντρευτεί παρόλα αυτά. Απλώς ένιωθε μαζί του μια ηρεμία που η ψυχική της κατάσταση είχε ανάγκη. Γι’ αυτό κι αισθανόταν ήσυχη. Όχι έρωτας. Όχι πάθος. Πώς να ξεκινούσε ένα γάμο έτσι; Έμειναν, όμως, μαζί τρία χρόνια… Έπειτα, εκείνη έφυγε. Παραδέχτηκε πως ζούσε μέσα σε μια σχέση συμβατική και μικρή κι έφυγε. Τότε το κατάλαβε. Ήθελε πάθος κι ας το πλήρωνε ακριβά…

Είχε ήδη ξεκινήσει να δουλεύει ωρομίσθια σε σχολείο. Ένας συνάδελφός της –που ερχόταν από τα Χανιά επίτηδες, ωρομίσθιος κι αυτός– πήγαινε συχνά και της μίλαγε στα κενά τους. Όμως, μέχρι εκείνο το Μάη, δεν είχε καταλάβει ότι ενδιαφερόταν. Μόλις χώρισε με το Μανώλη και καθάρισε το μυαλό της, το είδε…

«Δε σε τίμησε σήμερα κανείς με την παρουσία του;», τον είχε πειράξει κάποια μέρα που ολόκληρη η τάξη του είχε κάνει κοπάνα.

«Δεν πειράζει, αφορμή για να σε δω λίγο παραπάνω…», της απάντησε και την κοίταξε κατάματα.

Και ξαφνικά τα έβλεπε όλα πεντακάθαρα. Ψηλός, μελαχρινός. Κλασική κρητική κορμοστασιά και λεβεντιά. Κι εκείνη δίπλα του. Ευτυχισμένη. Έστω και για λίγο. Οι πρώτες μέρες κύλησαν με καρδιοχτύπια που είχε χρόνια να νιώσει. Το στομάχι της ανακατευόταν. Τα μέσα της είχαν έρθει τα πάνω κάτω. Φοβήθηκε.

«Τι φοβάσαι, βρε…», της έλεγε εκείνος, «απλά είναι τα πράγματα. Μου ’χεις γίνει απαραίτητη. Σ’ έχω ανάγκη. Τίποτα άλλο δεν θέλω…».

Κι έλιωσε.

Την πρώτη φορά που έκαναν έρωτα, θυμήθηκε πώς είναι να νιώθει τον άντρα να την κάνει γυναίκα, να την υποτάσσει με τη θέλησή της, να την κάνει να του παραδίνεται άνευ όρων… Τον ερωτεύτηκε τρελά. Φυσικά, στο σχολείο δεν έμαθε κανείς τίποτα… Ώσπου ξαφνικά, όλα σταμάτησαν. Εκείνος έκανε πίσω.

«Αφού με θέλεις…», του έλεγε εκείνη, «σε νιώθω. Γιατί δε μου το δείχνεις;».

«Έχω ξεχάσει τον τρόπο», ήταν η απάντησή του.

Κι έτσι ξαφνικά όπως μπήκε στη ζωή της, έτσι ξαφνικά έφυγε. Αραίωσαν τα τηλεφωνήματα, κόπηκαν τα μηνύματα, το σχολείο έκλεισε για καλοκαίρι κι εκείνη όλη μέρα ήταν στο κρεβάτι ζαλισμένη κι άρρωστη, τρομαγμένη και μόνο στην ιδέα ότι επέστρεφε η κατάθλιψη.

Ο Αποστόλης, όμως, δεν την άφηνε ήσυχη. Την πήρε ένα βράδυ κατά τις τέσσερις τα ξημερώματα, για να τη ρωτήσει αν της λείπει.

«Αν εσένα σου φτάνει αυτό που έχουμε, εμένα μου περισσεύει…», του απάντησε.

«Συγγνώμη, ρε μωρό μου, που σε ταλαιπωρώ… Ξέρω ότι θέλεις μια πιο νορμάλ σχέση…», της είπε.

«Αν ήθελες να μάθεις τι θέλω και τι έχω ανάγκη, ας με ρώταγες», του απάντησε έχοντας βάλει τα γέλια.

Η σχέση τους για μερικές μέρες πέρασε σε επίπεδο τηλεφώνου, ώσπου μια μέρα τον πήρε εκείνη κι από την άλλη άκρη της γραμμής απάντησε μια γυναικεία φωνή.

«Τον Αποστόλη, παρακαλώ», ζήτησε ευγενικά, μέσα στα χτυποκάρδια των σκέψεων ποια ήταν αυτή που απαντούσε στο κινητό του.

«Αυτή τη στιγμή απουσιάζει και ξέχασε το κινητό του εδώ», είπε η γυναικεία φωνή.

Εκείνη έμεινε άφωνη. Ο Αποστόλης της είχε πει πως έμενε μόνος του! Ποια ήταν αυτή;

«Είστε…είστε η σύζυγος;», ρώτησε με τρεμάμενη φωνή, παρακαλώντας για ένα θαύμα, για μια άρνηση, για κάτι από το οποίο να μπορέσει να πιαστεί και να κρατηθεί…

«Μάλιστα. Θέλετε να του πω κάτι;», ήταν η φυσιολογικότατη απάντηση της γυναικείας φωνής από την άλλη άκρη της γραμμής.

«Ναι, σας παρακαλώ», της είπε έχοντας επιστρατεύσει όλο της το θάρρος, τη στιγμή που ένιωθε όλο τον κόσμο γύρω της να χάνεται. «Πείτε του πως τον ζήτησε η κυρία Δημάκη, η συνάδελφός του».

«Θα του το μεταφέρω, κυρία Δημάκη»

«Ευχαριστώ πολύ».

Έκλεισε το τηλέφωνο κι ένιωσε τα σωθικά της να έχουν δεθεί κόμπο μεταξύ τους. Προδοσία. Θυμός. Οργή. Περισσότερο με τον εαυτό της που αφέθηκε, παρά με τη δική του κοροϊδία. Πώς μπόρεσε να είναι τόσο αφελής; Όλα μαζεύτηκαν μέσα της και την έπνιγαν. Έπρεπε να βγουν από μέσα της. Έπρεπε… Έτρεξε στο μπάνιο.

 

 

(συνεχίζεται...)

 

Μαρία Δασκαλάκη

 

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ :

 

Το σημάδι (Μέρος 2ο)

 

 

 

 

Ο τοίχος με το ζωγραφισμένο παράθυρο

 

 

 

 

 

Photo by John Morgan

Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner

Your Say!

Banner

Authors

Μαριλένα Παππά Ευρυδίκη Αμανατίδου Μαρίνα Φραγκεσκίδου

 

 

 

Γεωργία Λάττα Γιάννης Λαμπράκης Μαρία Δασκαλάκη

 

 

 

Μαριάννα ΤεγογιάννηΧάρης Γαντζούδης Σώφρονας Τριμπουλέ

 

 

 

Connect!

 

 

 

 

 

 

Copyright © 2017 Deity.gr. All Rights Reserved.