Το σημάδι (Μέρος 2ο)

Γράφει η Μαρία Δασκαλάκη

Τη Δευτέρα το πρωί, η πρώτη της δουλειά ήταν να πάει στην τράπεζα. Είδε από μακριά το Μανώλη σκυμμένο στο γραφείο του, προσηλωμένο πάνω από τα χαρτιά του. Σκυθρωπό κι αξύριστο. Ποτέ δεν θυμάται να τον είχε δει αξύριστο. Πήγε και κάθισε στην καρέκλα μπροστά από το γραφείο του κι εκείνος ούτε που μπήκε στον κόπο να σηκώσει το κεφάλι του.

«Ορίστε;», ρώτησε μόνο τυπικά.

«Ένα δάνειο θα ήθελα, παρακαλώ. Με σας πρέπει να μιλήσω;»

Μόλις άκουσε τη γνωστή της φωνή, σήκωσε το κεφάλι του και την αντίκρισε. Ντυμένη στα άσπρα και κατάχλομη. Χαμογελαστή. Λίγο αμήχανη. Με κάτι μάτια που τον κοίταζαν βαθιά μέσα του. Ένιωσε ρίγος. Ημέρα Δευτέρα 1 Ιουλίου, ώρα εννέα παρά κάτι το πρωί. Δεν είχε λόγια. Τι να της πει;

«Μήπως ενοχλώ;», ρώτησε εκείνη ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα, για να σπάσει τον πάγο.

«Καιτούλα…», ψέλλισε τελικά, χωρίς να έχει καταφέρει να ξεπεράσει την έκπληξη της στιγμής. «Τι κάνεις εδώ;»

Έπειτα παρατήρησε τους μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια της και το ωχρό της δέρμα κι ανησύχησε.

«Είσαι καλά, μάτια μου;»

Εκείνη σκίρτησε μέσα της.

«Καλά είμαι, μην ανησυχείς», του είπε. «Όμως, πρέπει να μιλήσουμε»

«Ό,τι θέλεις…»

«Μπορείς να περάσεις από το σπίτι το μεσημέρι;»

«Θα έρθω».

Όσες ώρες τον περίμενε, συλλογιζόταν. Πώς θα του το έλεγε; Πώς το λες αυτό; Πώς το ξεστομίζεις; Μετά από όλα όσα έχουν γίνει… Όλα αυτά που ένιωθε… Τα σωθικά της να γυρίζουν. Τον κόσμο να εξαφανίζεται. Δε έφταιγαν όσα ένιωθε για τον Απόστολο. Δεν ήτανε σημάδια του έρωτα. Δεν ήτανε κατάθλιψη. Ήταν ένα παιδί. Ένα παιδί! Κι ήταν εντελώς τυφλή για να μη δει τα σημάδια νωρίτερα. Και τώρα; Με το Μανώλη είχανε να μιλήσουνε πάνω από μήνα. Πώς θα το ξεστόμιζε; Δεν έβρισκε τα σωστά λόγια. Δεν πίστευε πως υπήρχανε κατάλληλα λόγια γι’ αυτό… Μα τελικά το είπε με τον πιο απλό τρόπο που υπάρχει.

«Μανώλη, είμαι έγκυος».

Εκείνος δεν είπε τίποτα. Την κοίταζε εμβρόντητος, βουλιαγμένος μέσα στις μαξιλάρες στον καναπέ του σαλονιού της.

«Καιτούλα… δε μου κάνεις πλάκα… Μου λες αλήθεια;», είπε τελικά.

«Αλήθεια, Μανώλη», του απάντησε κι έκανε μια αποτυχημένη προσπάθεια να χαμογελάσει. «Κοίτα, δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα…», ξεκίνησε να λέει, μα δεν την άφησε να τελειώσει τη φράση της.

«Όχι, είναι πολύ απλά», είπε και πετάχτηκε μεμιάς από τον καναπέ, λες και ξαφνικά, είχε ξυπνήσει από το λήθαργο. «Ένα παιδί, Καίτη, ένα παιδί. Ένα σημάδι μας ήρθε. Πες μου το «ναι» και παντρευόμαστε κι αύριο αν θέλεις!»

«Δεν καταλαβαίνεις…», ψιθύρισε εκείνη, έπιασε το κεφάλι της ανάμεσα στα δυο της χέρια και ξέσπασε σε κλάματα.

Ναι, δεν καταλάβαινε. Πραγματικά δεν καταλάβαινε. Αυτή της την αντίδραση δεν την περίμενε.

«Τι τρέχει, Καιτούλα;»

Η Καίτη ένιωσε πάλι τα μέσα της να γίνονται άγρια θάλασσα που θα την πνίξει αν δε βγει έξω. Ανακάθισε στον καναπέ, ακούμπησε πίσω, πήρε μια βαθιά ανάσα κι έκλεισε τα μάτια της.

«Ηρέμησε», σκέφτηκε, «χαλάρωσε».

«Καιτούλα, είσαι καλά;», τη ρώταγε ξανά και ξανά ο Μανώλης κρατώντας της το χέρι.

«Δώσε μου ένα λεπτό», του είπε με ακόμη κλειστά τα μάτια.

Όταν τελικά γύρισε προς το μέρος του, τον είδε να την κοιτάζει με απορία και παράπονο μαζί.

«Μα τι έχεις; Δεν χάρηκες;»

«Μανώλη, δεν το περίμενα…»

«Εγώ κι αν δεν το περίμενα! Μα ξέρεις, τώρα νιώθω λες και μου χάρισες όλο τον κόσμο!»

Του χαμογέλασε.

«Αλήθεια λες;», τον ρώτησε.

«Σου ’χω πει ποτέ ψέματα, βρε Καιτούλα;»

«Κι εγώ χάρηκα», του είπε, «και το θέλω το παιδί. Αλλά εμείς…»

Δεν την άφησε να τελειώσει.

«Τι εμείς; Εμείς θα τα βρούμε!».

«Πώς θα τα βρούμε, βρε Μανώλη; Θα μας μπαλώσει τις τρύπες το παιδί; Εγώ ξέρεις πως δεν πιστεύω σ’ αυτά… Το παιδί το θέλω και θα το κρατήσω, αλλά…»

«Θα το κρατήσεις; Τι λες; Εγώ τι ρόλο παίζω; Πες μου!» είπε νευριασμένος και σηκώθηκε όρθιος. «Και τι είναι αυτά τα «αλλά»; Δε σε καταλαβαίνω. Σουηδία νομίζεις πως είμαστε, Καιτούλα; Ελλάδα είμαστε. Εμένα το παιδί μου δεν θα λέγεται μπάσταρδο από κανένα, ακούς; Γνωριζόμαστε πάνω από δέκα χρόνια. Σ’ αγαπάω. Θα κάνουμε παιδί. Τι άλλο θέλεις; Παντρέψου με!»

«Δεν μπορώ να σε παντρευτώ, Μανώλη», του απάντησε κοιτάζοντάς τον κατάματα. «Δεν ξέρεις τα χειρότερα για μένα…».

«Δεύτερη φορά στη ζωή μας που μου το λες αυτό…»

«Ναι, αλλά τώρα ούτε καν θέλω να στα πω…»

«Γιατί, Καιτούλα;», ρώτησε απορημένα.

«Γιατί φοβάμαι πως θα πέσω στα μάτια σου…»

Την παρακάλεσε να του μιλήσει, ήθελε να μάθει τα πάντα. Και το έκανε. Του είπε για τον Αποστόλη. Απέφυγε, όμως, τις περιγραφές. Πώς να περιγράψει ένα πάθος τόσο έντονο σε κάποιον που ποτέ δεν είχε νιώσει έτσι μαζί του; Απλή αναφορά των γεγονότων. Γνώρισε κάποιον. Χώρισαν. Εκείνος ήταν παντρεμένος και της το είχε κρύψει. Εκείνη ήταν έγκυος και δεν το είχε ακόμη ανακαλύψει. Ο Μανώλης άκουγε πολύ σοβαρός.

«Αυτά έγιναν από όταν χωρίσαμε μέχρι σήμερα…», είπε κλείνοντας. «Μπορείς να τα δεχτείς;»

«Βασικά…ήταν το τελευταίο που περίμενα ν’ ακούσω…», είπε με μια πικρή γεύση στο στόμα του. «Εμένα ούτε που μου πέρασε από το μυαλό να πάω με άλλη… Εσύ πώς μπόρεσες; Αμέσως μόλις χωρίσαμε… Μετά από τόσα χρόνια που ήμασταν μαζί, βρε Καιτούλα…»

«Με ξέρεις… Είμαι παρορμητική… Αυτό είναι…», δικαιολογήθηκε η Καίτη, προσπαθώντας να μην τον πληγώσει.

«Τουλάχιστον, εκείνος σου γέμισε τα κενά σου;»

«Ποιος μίλησε για κενά, Μανώλη μου;», είπε έχοντας σφιχτεί η καρδιά της.

«Αυτά τα κενά που σου άφηνα εγώ… Δεν είμαι μαλάκας, ρε Καίτη…»

«Κανείς δεν είπε ότι είσαι…»

Ο Μανώλης σηκώθηκε κι έκανε μια γύρα το δωμάτιο. Βγήκε στο μπαλκόνι και κράταγε το κεφάλι του με τα δύο χέρια στηριζόμενα στο κάγκελο. Έμεινε εκεί αρκετή ώρα, μέχρι να ξαναμπεί μέσα. Η Καίτη, από την άλλη, δεν είχε κουνηθεί από τη θέση της.

«Και τι γίνεται τώρα με αυτόν;», τη ρώτησε λίγα λεπτά αργότερα κι ενώ είχε σταθεί μπροστά της.

«Τι εννοείς; Τίποτα δε γίνεται… Από όταν έμαθα πως είναι παντρεμένος, δεν του μίλησα ξανά. Δεν ξανασήκωσα το κινητό μου…», είπε αιφνιδιασμένη. «Τώρα θα με ρωτήσει μήπως το παιδί είναι του Αποστόλη…», συλλογίστηκε.

«Αν ήτανε άλλος τώρα στη θέση μου, ξέρεις τι θα σε ρώταγε, ε;»

Εκείνη έσκυψε το κεφάλι της.

«Αλλά εγώ σε ξέρω. Αν συνέβαινε κάτι άλλο, θα μου το έλεγες…»

Σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε. Ήταν περήφανη για κείνον. Του έγνεψε καταφατικά και προσπάθησε να χαμογελάσει.

«Θέλω να είσαι καλά και να χαμογελάς… Θέλω να είσαι ευτυχισμένη. Μπορώ να σε κάνω ευτυχισμένη… Εξάλλου, τώρα ξέρω τα χειρότερα για σένα κι ακόμη θέλω να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου μαζί σου. Απ’ όταν σε πρωτοείδα το ήθελα… Πες μου μόνο το «ναι»…».

Δεν μπόρεσε να του αντισταθεί.

«Ναι…»

«Τι είπες; Δεν άκουσα!», την πείραξε.

«Ναι, ναι, ναι!», φώναξε εκείνη με όση δύναμη είχε απομείνει πια μέσα της.

 

 

Ξαφνικά, πετάχτηκε από τον καναπέ και πήγε πάνω από την κούνια. Το μωρό εξακολουθούσε να κοιμάται, ανασαίνοντας ήρεμα. Την είχε πάρει ο ύπνος χωρίς να το καταλάβει. Έπεσε ξανά στον καναπέ και βούλιαξε αχόρταγα μέσα στα μαξιλάρια.

«Πόσα πολλά μπορούν να γίνουν μέσα σε ένα χρόνο…», συλλογίστηκε κοιτάζοντας το ημερολόγιο στον τοίχο.

1 Ιουλίου. Ακριβώς πριν ένα χρόνο, τέτοια μέρα είχε πάει στην τράπεζα να μιλήσει στο Μανώλη… Μέσα σε ένα χρόνο παντρεύτηκαν, μετακόμισαν σε καινούριο σπίτι, ήρθε το μωρό…

Αυτόματα στον νου της ήρθαν κι όσα δεν ήθελε να σκέφτεται. Ο Αποστόλης κι η πρώτη συνάντησή τους στο σχολείο, μετά από ένα καλοκαίρι που εκείνος την έπαιρνε συνέχεια τηλέφωνο κι εκείνη ποτέ δεν απάντησε. Ναι, η γυναίκα του του είχε μεταφέρει το μήνυμα κι εκείνος κατάλαβε ότι η Καίτη τα είχε μάθει πλέον όλα. Της χρωστούσε μια εξήγηση, άσχετα αν εκείνη δεν την ήθελε. Κι όταν την είδε στο σχολείο τέλη Σεπτέμβρη με μια κοιλιά που ελαφρώς διαγραφόταν από το γαλάζιο της φόρεμα, την κοίταζε άλαλος κι αναρωτιόταν. «Είναι, δεν είναι…». Εκείνη, όμως, δεν έδειχνε να του δίνει σημασία.

«Τι έγινε, βρε Καίτη;», την είχε ρωτήσει πιάνοντάς την από τον αγκώνα ένα μεσημέρι που την πέτυχε μόνη της στο γραφείο των καθηγητών.

Εκείνη έριξε μια κοφτή ματιά στο χέρι του κι εκείνος βιάστηκε να το τραβήξει και να ζητήσει συγγνώμη.

«Δε νομίζω ότι έχουμε να πούμε κάτι εμείς οι δύο», του είπε, «συγγνώμη, αλλά βιάζομαι…».

Έκανε να φύγει, μα εκείνος την ξανάπιασε από το μπράτσο και τη σταμάτησε.

«Όχι, έχουμε να πούμε δυο κουβέντες πρώτα. Λέγε!»

«Τι να πω; Άφησέ με!», είπε εκείνη με έντονο τόνο.

Ο Αποστόλης την κάρφωσε μέσα στα μάτια της ικετευτικά, όπως έκανε όλες εκείνες τις φορές που ήθελε να πει πολλά, αλλά ο ανδρικός του εγωισμός δεν τον άφηνε.

«Δικό μου είναι;» τη ρώτησε χαμηλόφωνα.

«Όχι», απάντησε εκείνη κοφτά, απορημένη με το θράσος του. «Ευτυχώς όχι», σκέφτηκε.

«Αλλά;»

Εκείνος δεν καταλάβαινε.

«Δεν έχει αλλά. Δεν έχω να σου πω τίποτε άλλο. Μετά από όλα όσα έγιναν,  έχεις να με ρωτήσεις μόνο ένα πράγμα κι αυτό με το ζόρι το ξεστόμισες. Τέτοιος άντρας είσαι… Κι αν, δηλαδή, ήτανε δικό σου, τι θα έκανες;»

Εκείνος δε μίλαγε.

«Τίποτα δεν θα έκανες, Αποστόλη… Δεν είσαι ικανός να δώσεις μια και να τα διαλύσεις όλα. Κατάλαβες;»

Σιωπή. Εκείνη σηκώθηκε να φύγει.

«Καίτη…», της φώναξε.

«Τι θέλεις;»

«Συγγνώμη… θα ήθελα να ήτανε αλλιώς θα πράγματα μεταξύ μας…θα ήθελα να σε είχα γνωρίσει νωρίτερα…», είπε καρφώνοντας με το βλέμμα του τα βρώμικα μωσαϊκά του πατώματος.

«Εγώ θα ήθελα να μη σε είχα γνωρίσει ποτέ», του απάντησε, γύρισε την πλάτη της κι απομακρύνθηκε.

Σηκώθηκε από τον καναπέ και χαμογέλασε πικρά. Κάθε φορά που έφερνε στο νου της εκείνη την τελευταία τους συνομιλία, χαμογέλαγε με μια δόση πίκρας. Αναρωτιόταν συχνά πώς θα ήταν τα πράγματα μεταξύ τους υπό άλλες συνθήκες. Αν εκείνος ήταν ευτυχισμένος. Αν εκείνη ήταν ευτυχισμένη. Ήταν; Ήταν ικανοποιημένη με την επιλογή της, ναι. Είχε κάνει το πρέπον. Αυτό που ο Μανώλης, οι δικοί της, η κοινωνία υπαγόρευε. Ζούσε καλά. Είχε τον άντρα της, το παιδί της, το σπίτι της στο προάστιο. Δεν της έλειπε τίποτα. Ήταν ευτυχισμένη, όμως; Κατηγόρησε, τότε, τον Αποστόλη για την ατολμία του να δώσει μια και να τα διαλύσει όλα. Εκείνη, ήταν άραγε πιο τολμηρή; Σ’ αυτή τη σκέψη, χαμογέλασε ξανά με μεγαλύτερη δόση πίκρας.

«Υπάρχουν δύο ειδών άντρες», σκέφτηκε, «εκείνοι που ερωτεύεσαι κι εκείνοι που παντρεύεσαι. Δύσκολο να συμβεί κάτι άλλο…».

Έπειτα, κοίταξε το μωρό και σπάραξε μέσα της. Το μυαλό της δούλευε αντίστροφα. Κοίταξε το ρολόι. Δύο και δέκα. Σήκωσε το ακουστικό και πήρε τηλέφωνο το Μανώλη.

«Τι ώρα θα έρθεις στο σπίτι; Σε πέντε λεπτά; Εντάξει…».

Τοποθέτησε το ακουστικό στη θέση του και κοίταξε ξανά το μωρό της, πάνω από την κούνια του.

«Συγγνώμη», ψιθύρισε και το φίλησε στο μέτωπο.

Ύστερα, φόρεσε τα παπούτσια της, πήρε την τσάντα της κι έκλεισε αθόρυβα την πόρτα πίσω της. Είχε φύγει.

 

ΤΕΛΟΣ

Μαρία Δασκαλάκη

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ :

 

 

 

Βιογραφικό Σημείωμα : Το διήγημα της Μαρίας Δασκαλάκη

 

 

 

Το επιθυμητό τροχαίο. Το διήγημα της Ευρυδίκης Αμανατίδου

 

 


Η ζωή σε χωριό

 

 

 

 

Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner

Your Say!

Banner

Authors

Μαριλένα Παππά Ευρυδίκη Αμανατίδου Μαρίνα Φραγκεσκίδου

 

 

 

Γεωργία Λάττα Γιάννης Λαμπράκης Μαρία Δασκαλάκη

 

 

 

Μαριάννα ΤεγογιάννηΧάρης Γαντζούδης Σώφρονας Τριμπουλέ

 

 

 

Connect!

 

 

 

 

 

 

Copyright © 2017 Deity.gr. All Rights Reserved.