Βιογραφικό σημείωμα (Μέρος 2ο)

Γράφει η Μαρία Δασκαλάκη

Έπειτα, το κλείνει στο συρτάρι του γραφείου που κλειδώνει, ανοίγει τον υπολογιστή και ξεκινά να γράφει:

«Όνομα: Ακριβή. Επώνυμο: Διαλεκτάκη. Όνομα πατρός: Εμμανουήλ. Όνομα μητρός: Ευλαμπία. Οικογενειακή κατάσταση: Παντρεμένη με το γιατρό Πολυχρόνη Δημάδη, με μια κόρη οκτώ ετών. Ημερομηνία γέννησης: Μάρτιος 1970. Τόπος γέννησης: Κηφισιά, Αθήνα. Σπουδές: 1987-1992 Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Φιλοσοφική σχολή Αθηνών. 1992-1995 Μεταπτυχιακές σπουδές στην Βυζαντινή Ιστορία της Τέχνης, στο Παρίσι. Γλώσσες: Αγγλική, Γαλλική, Ιταλική. Εργασιακή εμπειρία: 1995-σήμερα, Αρχαιολογικό μουσείο Αθηνών. Ασχολίες και ενδιαφέροντα: Διάβασμα, κινηματογράφος, μουσική, θέατρο, συγγραφή. Άλλες διακρίσεις: ».

Σταμάτησε για λίγο και ξαναδιάβασε όσα είχε γράψει. Την έπιασε νευρικό γέλιο.

«Δεν είμαι εγώ αυτή!» είπε δυνατά.

«Κι, όμως, είσαι!», άκουσε πίσω της τον άντρα της .

«Α, γύρισες;», παραξενεύτηκε, «δε σε άκουσα».

«Ακόμα με το βιογραφικό παιδεύεσαι, βρε Βούλα;»

«Τόσα χρόνια κι ακόμη δεν έχει καταλάβει πως δε μου αρέσει να με φωνάζει με υποκοριστικά», σκέφτηκε, μα είπε ένα σκέτο: «Ακόμα»

«Να το δω;»

Κάθισε κι αυτός μπροστά στον υπολογιστή.

«Τι λες;», τον ρώτησε.

«Πολύ στημένο, πολύ τυπικό…»

«Σαν να μην είμαι εγώ αυτή, ε;»

«Αυτή είσαι», χαμογέλασε εκείνος, «αλλά πρέπει να βάλεις και λίγο το προσωπικό στοιχείο μέσα κι όχι μόνο πληροφορίες!»

Για λίγο μπήκε στον πειρασμό να του δώσει να διαβάσει το προηγούμενο βιογραφικό που είχε  κλειδώσει στο συρτάρι της, έτσι, για να δει την αντίδρασή του.

«Δηλαδή, γιατί δε δοκιμάζεις να το γράψεις σα κείμενο με ροή; Όπως είναι γραμμένο στο βιβλίο σου! Γιατί δεν προσπαθείς και αυτό;»

«Δε θέλω να είναι όπως ακριβώς είναι στο βιβλίο μου, θέλω κάτι διαφορετικό. Εξάλλου μου είπανε να αναφέρω τις βραβεύσεις μου αναλυτικά».

«Ε τότε, αυτό να κάνεις! Δεν είναι δα και τίποτα δύσκολο! Σιγά το πράγμα. Σου ζητάνε να παινέψεις τον εαυτό σου και δεν μπορείς; Δεν το καταλαβαίνω αυτό!»

«Πολλά δεν καταλαβαίνεις εσύ, Χρόνη…», ψιθύρισε εκείνη χαμηλόφωνα, κουνώντας το κεφάλι της.

«Ίσως», της είπε εκείνος και την αγκάλιασε τρυφερά. «Ξέρω, όμως, πως σ’ αγαπάω κι ας μη σε καταλάβω ποτέ. Πάω να δω τη μικρή και να κάνω ένα μπάνιο. Ελπίζω να έχεις τελειώσει μέχρι να βγω…».

Τι σκοτούρα κι αυτή να πρέπει να γράψει μισή σελίδα για τον εαυτό της και να μη μπορεί! Αλλά αυτό το πρόβλημα το είχε πάντοτε. Κοπίαζε και προσπαθούσε για να διακριθεί κι όταν αυτό γινόταν, φοβόταν να δρέψει τους καρπούς των κόπων της. Να, όπως τώρα. Κυκλοφόρησε το έκτο της βιβλίο, το Σάββατο ήταν η παρουσίαση, θεωρούνταν πλέον μια καταξιωμένη συγγραφέας, όχι τόσο εμπορική, όσο ποιοτική. «Απευθύνεται σε ένα πιο ψαγμένο αναγνωστικό κοινό, καθώς αναλύει με κυνικό τρόπο, σχεδόν αποστασιοποιημένη από κάθε είδους συναίσθημα, τις ανθρώπινες σχέσεις. Είναι μια γυναίκα τρυφερή, που ξεχειλίζει από αγάπη ή μια γυναίκα βαθιά πληγωμένη;» –είχε γράψει κάποια κριτικός στην Ελευθεροτυπία, αν θυμάται καλά. Έχει γράψει έξι ολόκληρα βιβλία τριακοσίων σελίδων και παρόλα αυτά, δεν μπορεί να γράψει μισή σελίδα για τον εαυτό της!

«Μαμά;»

Γυρνά και βλέπει αγουροξυπνημένη την κόρη της μέσα στα ροζ πιτζαμάκια της. Μια γλύκα.

«Ίσως να είναι το μόνο πλάσμα που έχω αγαπήσει στη ζωή μου…», σκέφτεται και της χαμογελά.

«Τι κάνεις, μαμά;»

«Εσύ τι κάνεις, καρδούλα μου;»

«Με ξύπνησε ο μπαμπάς», είπε παραπονεμένα τρίβοντας τα μάτια της.

«Σε ξύπνησε, ε; Θα τον μαλώσω εγώ που ξύπνησε την καρδούλα μου!».

«Πεινάω, μαμά!»

«Έλα, πάμε να σου βάλω να φας».

Της άρεσε να φροντίζει την κόρη της. Να της κάνει μπάνιο, να τη ντύνει, να της βάζει φαγητό, να τη βοηθάει με τα μαθήματα στο σχολείο, να παίζει μαζί της. Της άρεσε να ασχολείται με τη μικρή της. Ήθελε να μεγαλώσει ένα ευτυχισμένο παιδί. Σε καμία περίπτωση δεν ήθελε να γίνει όπως αυτή…

Και το Χρόνη της άρεσε να φροντίζει. Μπορεί να μην ήταν ιδιαίτερα διαχυτική μαζί του, μα της άρεσε να του βάζει σε μια καρέκλα από βραδύς τα ρούχα που θα φορούσε την επόμενη μέρα, να του κάνει συχνά τα αγαπημένα του φαγητά κι ας τα έτρωγε πάντα ξαναζεσταμένα, επειδή γύριζε αργά από το ιατρείο. Ναι, της άρεσε να τον φροντίζει κι ας δε ζούσε τη ζωή που θα ήθελε μαζί του. Δεν είχε αυτός το πρόβλημα. Για την ακρίβεια, αυτός δεν είχε κανένα πρόβλημα. Εκείνη το είχε. Εκείνη δε μπορούσε να νιώσει. Εκείνη είχε αδυναμία συναίσθησης κάθε είδους ευτυχίας. Εκείνη σαν να φοβόταν να χαρεί, σαν να φοβόταν να πετύχει.

Και τη μάνα της φρόντιζε. Την πήγαινε κάθε τόσο στο γιατρό να δούνε τι θα κάνουνε με την πίεσή της, την πρόσεχε να παίρνει τα φάρμακά της όποτε έπρεπε, την έπαιρνε και κάνανε καμιά βόλτα με το αυτοκίνητο ως το Σούνιο… Μόνη της κι αυτή, της άρεσε να τη φροντίζει.

«Τελικά, όλους μου αρέσει να τους φροντίζω, πλην εμού!», σκέφτηκε κοιτάζοντας την κόρη της να καταβροχθίζει το παστίτσιο από το πιάτο της κι εκείνη τη στιγμή, συνειδητοποίησε τι ήθελε να γράψει!

Αργά το βράδυ κι ενώ η υπόλοιπη οικογένεια είχε προ πολλού πέσει για ύπνο, εκείνη άνοιξε τον υπολογιστή και ξεκίνησε:

«Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα, μα θα προτιμούσα να είχα γεννηθεί και μεγαλώσει σε κάποιο καταπράσινο νησί, όπως η Κρήτη ή όπως η Κέρκυρα. Από μικρή ανήσυχο πνεύμα κι ατίθασος χαρακτήρας, πάντα έψαχνα για κάτι που ελπίζω ποτέ να μη βρω για να μη σταματήσω το ψάξιμο. Πέρασα πολλά χρόνια σε σχολεία και πανεπιστήμια, συσσωρεύοντας στο κεφάλι μου γνώσεις που θα μου εξασφάλιζαν μια καλή δουλειά και μια καλή ζωή. Τώρα έχω μια καλή δουλειά και μια καλή ζωή. Αφού, λοιπόν, αυτά που από μικρή με μάθαιναν πως έχουν σημασία, τα εξασφάλισα, επιτέλους αποφάσισα να κάνω αυτό που πάντα ήθελα και ξεκίνησα να γράφω βιβλία. Τα βραβεία και οι διακρίσεις που ακολούθησαν, μου έδιναν θάρρος για να συνεχίσω, μα ταυτόχρονα κιόλας με φόβιζαν γιατί μεγάλωναν τις απαιτήσεις των άλλων από μένα και την ευθύνη που είχα απέναντί τους.

Το ότι ξεκινώ να γράφω κάτι, δε σημαίνει απαραίτητα κι ότι θα το τελειώσω, ότι θέλω ή ότι θα καταφέρω να καταλήξω κάπου. Σίγουρα, όμως, σημαίνει την ανάγκη να βγάλω από μέσα μου ένα σωρό πράγματα. Είναι μια ανάγκη με την οποία γεννήθηκα. Μερικές φορές τη νιώθω σαν ελάττωμα, άλλες πάλι σα Θεία χάρη. Καταραμένη ή ευλογημένη είμαι; Διχάζομαι κάθε μέρα, κάθε στιγμή. Ξέρω μόνο πως γράφω, επειδή απλώς δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Αν δε το κάνω, θα πνιγώ, θα βουλιάξω στα βάθη της δυστυχίας, θα πάψω να αναπνέω.

Ο οργανισμός μου χτυπά καμπανάκια. Η ανάσα γίνεται ακανόνιστη κι καρδιά χτυπά σαν τρελή. Το μυαλό σκίζεται από εκατομμύρια –τόσες μου φαίνονται– σκέψεις και νιώθω πως θα εξαφανιστώ μέσα τους. Άγχος μη σκεφτώ κάτι και το ξεχάσω πριν προλάβω να το σημειώσω. Δε μπορώ να κοιμηθώ. Πετάγομαι πάνω ιδρωμένη και με ταχυπαλμία. Το κεφάλι βουίζει. Μέσα στο σκοτάδι ψάχνω στυλό ή κάτι που να γράφει. Χαρτί έχω πάντα στο κομοδίνο μου, μα τα στυλό μονίμως εξαφανίζονται. Μισοκοιμισμένη, μισοξύπνια, γράφω σκόρπιες φράσεις και ξαφνικά παίρνω ανάσα. Το φιλί της ζωής. Η καρδιά επανέρχεται στους φυσιολογικούς της παλμούς. Το κεφάλι παύει να βουίζει. Η σκέψη ηρεμεί.

Τώρα μπορώ να κοιμηθώ ξανά. Ό,τι σκέφτηκα δε θα ξεχαστεί, δε θα χαθεί μέσα στο χάος του ανεξερεύνητου μυαλού μου. Θα μείνει εκεί, στο χαρτί του κομοδίνου μου, γραμμένο με τα νυχτερινά μου ορνιθοσκαλίσματα υπό το μισοσκόταδο του δωματίου, βάζοντάς με, έτσι, την επόμενη μέρα στη διαδικασία να το αποκρυπτογραφήσω.

Τα τελευταία δέκα χρόνια, συνοδοιπόρος δίπλα μου ο Χρόνης –χρόνος που όλα προσπαθεί να τα γιατρέψει και μαζί κάναμε μια κόρη, την Αυγή, που δίνει νόημα σε κάθε μια μέρα που ξημερώνει στη ζωή μου. Μου αρέσει να φροντίζω τους ανθρώπους. Την Αυγή μου, το Χρόνη, τη μάνα μου, την κυρά-Ευλαμπία. Μου αρέσει να φροντίζω όλο τον κόσμο. Μόνο τον εαυτό μου δεν καταφέρνω ακόμα να φροντίσω, μα είμαι καλά όταν παίρνω ενέργεια με το να δίνω ενέργεια. Κερδίζω. Απόψε οι δικοί μου άνθρωποι κι όλοι εσείς που ήρθατε εδώ, αναγνώστες και μη, αισθάνομαι πως ήρθατε, επειδή νιώσατε κι εσείς την ανάγκη να με φροντίσετε και γι’ αυτό θέλω από τα βάθη της καρδιάς μου να πω ένα μεγάλο και αληθινό “Ευχαριστώ”».

Το διάβασε, τα ξαναδιάβασε, χαμογέλασε, έκλεισε τον υπολογιστή, έσβησε στα φώτα και πήγε για ύπνο.

 

 

ΤΕΛΟΣ

 

Μαρία Δασκαλάκη



ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ :


Βιογραφικό Σημείωμα (Μέρος 1ο)

 

 


Μια γυναίκα ταράζει μια ανδρική φιλία. "Το στοίχημα" της Ευρυδίκης Αμανατίδου

 

 

 

 

Το τρίκυκλο : Το διήγημα της Ευρυδίκης Αμανατίδου στο Deity.gr

 

 

Τα τσόφλια του αυγού : Το διήγημα της Ευρυδίκης Αμανατίδου για τις σχέσεις των φύλων

 

 

 

Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner

Your Say!

Banner

Authors

Μαριλένα Παππά Ευρυδίκη Αμανατίδου Μαρίνα Φραγκεσκίδου

 

 

 

Γεωργία Λάττα Γιάννης Λαμπράκης Μαρία Δασκαλάκη

 

 

 

Μαριάννα ΤεγογιάννηΧάρης Γαντζούδης Σώφρονας Τριμπουλέ

 

 

 

Connect!

 

 

 

 

 

 

Copyright © 2017 Deity.gr. All Rights Reserved.