Οι ιστορίες του μικρού Γιαννάκη - Γιάννης Λαμπράκης | Deity.gr

Ο Παράς κι ο Κουμπαράς

Γράφει ο Γιάννης Λαμπράκης

O Πολυχρόνης σάμπως και να 'χε πολλά χρόνια στο σακούλι του, ένεκα το όνομα, μα ήταν πάντα μπατίρης. Αλλά και τίμιος, καρδιά μάλαμα. Δεν ήταν σπάταλος ο καψερός, μήτε και ακαμάτης, μα τα 'φερνε δύσκολα βόλτα. Μπογιατζής και ασπριτζής, μα άσπρη μέρα δεν έβλεπε. Να το νοίκι, να το ηλεχτρικό, να και το ντουλάπι με τα φαγιά που τ' άδειαζε ο μπόμπιρας, ζωή να 'χει το παιδί, ήταν καλόφαγο. Η κυρά Ευτέρπη, η κυρά του σπιτιού, καλή νοικοκυρά, καλή μαγείρισσα σπούσε κάθε μέρα το κεφάλι πώς να γεμίσει το τσουκάλι ταπεινό φαΐ. Μπουχτίσανε φακές και φασολάδα και πατάτα βραστή. Ένα βράδυ ονειρεύτηκε καλοψημένο, μυρωδάτο κότσι από μικρό γουρουνάκι και τρέχαν βρυσούλα τα σάλια της στο μαξιλάρι. Απαρηγόρητος ο Πολυχρόνης, έσκαβε λακουβάκια στον πηχτό χυλό και φανταζόταν κάθε σπυρί φακής να 'τανε και φλουρί. Ανακάτευε με το κουτάλι, μασουλούσε μουρμουρητά:

«Αχ μωρέ γυναίκα και να γινότανε να αυγατίζαν τα παντέρμα τα φλουριά σαν τις φακές».

 

Το ρολόι στη σοφίτα

Γράφει ο Γιάννης Λαμπράκης

To πατρικό του σπίτι είχε σοφίτα. Όπως τις σοφίτες των παραμυθιών. Με ξύλινο πάτωμα που έτριζε, χαμηλό ταβάνι, χρωματιστές κουρτίνες στο φεγγίτη και σκουριασμένη κλειδαριά. Ήταν καθισμένη πάνω στο κεφάλι του σπιτιού σαν μαγικό καπέλο. Κι όπως ξέρουν μικρά και μεγάλα παιδιά από τα μαγικά καπέλα συνήθως βγαίνουν πράγματα, ή μικρά ζωάκια. Πολύχρωμες κορδέλες, ασπρόμαυρα περιστέρια, λευκά κουνελάκια. Στη σοφίτα όμως ό,τι τρύπωνε δεν έβγαινε ποτέ. Αυτή ήταν η μαγεία της. Είχε καταπιεί αμέτρητα πράγματα για δυο γενιές και ποτέ δε γέμιζε. Μικρά, παλιά έπιπλα, σπασμένα παιχνίδια, κηροπήγια, ένα κόκκινο χαλί, παπούτσια, μια παιδική κούνια, πίνακες ζωγραφικής κι ένα σπασμένο καβαλέτο, το γαλάζιο καπέλο της γιαγιάς με το τούλι, ψεύτικα πολύχρωμα λουλούδια, ένα μπαούλο γεμάτο παλιά ρούχα, μικρούς χάρτινους πύργους από βιβλία και τόσα άλλα. Στον τοίχο είχε ένα περίτεχνο παλιό ρολόι με εκκρεμές, που πρέπει να ξεκίνησε να μετρά το χρόνο όταν φτιάχτηκε το σύμπαν και φαινόταν πως θα συνέχιζε μέχρι το σύμπαν να βουλιάξει σε μια γιγάντια μαύρη τρύπα.

 

Η Νόρα και η Άνοιξη (Μ’ αγαπά, δε μ’ αγαπά…)

Γράφει ο Γιάννης Λαμπράκης

"Μ' αγαπά, δε μ' αγαπά…"

"Θεούλη μου, Μ' ΑΓΑΠΑ!!!!". Παραλίγο να το φωνάξει! Έτσι της είπε απόψε το τελευταίο πέταλο κι έπειτα το πήρε ο αέρας και το 'ριξε στο χώμα. Μύρισε το κίτρινο μπαλάκι από στήμονες που είχε απομείνει, χάιδεψε τα φύλλα και φύλαξε το απομεινάρι σε ροζ σακουλάκι από διάφανο ύφασμα. Όλες τις μαργαρίτες που έλεγαν αυτό που ήθελε ν’ ακούσει, τις κρατούσε.

 

Το τρομερό κέικ του Βρασίδα

Γράφει ο Γιάννης Λαμπράκης

Ο Βρασίδας αποφάσισε πως ήταν πια καιρός να δοκιμάσει να πειραματιστεί σοβαρά με τη μαγειρική. Η αιτία ήταν πως σαν εργένης είχε βαρεθεί αφόρητα τη μονοτονία του εστιατορίου και το αμφιβόλου ποιότητας περιεχόμενο της κονσέρβας. Ποτέ η λαχταριστή λιχουδιά που φαίνεται έξω από το τσίγκινο κουτάκι δεν έχει σχέση με την φτωχή αποκάλυψη όταν αυτό ανοίγει. Η αφορμή ήταν ένα στοίχημα που έβαλε με φίλους: ότι θα κατάφερνε δηλαδή να γεμίσει μια κατσαρόλα, ένα ταψί ή ένα τηγάνι με κάτι αξιοπρεπώς φαγώσιμο, το οποίο και θα περνούσε από σκληρή κριτική μυρωδιάς και γεύσης.

 

Ο Μπίλιας και οι βόλοι

Γράφει ο Γιάννης Λαμπράκης

Ο Μπίλιας ήταν αγαθός στο μυαλό, μα τον συμπαθούσα. Ήμασταν φίλοι από το σχολειό, μαζί στο θρανίο, μαζί και στο παιχνίδι. Η φύση δεν ήταν διόλου γενναιόδωρη μαζί του, καθώς ούτε με ιδιαίτερη ευφυΐα τον προίκισε, ούτε με ομορφιά. Μα ήταν ψυχούλα απ’ τις λίγες. Γιατί πάντα οι φτωχοί στο μυαλό είναι πλούσιοι στην καρδιά. Ίσως το μόνο στο οποίο κατάφερε να γίνει αρκετά καλός ήταν να παίζει με τους βόλους, γι’ αυτό και το παρατσούκλι.

 

Φρέσκο χιόνι

Γράφει ο Γιάννης Λαμπράκης

Περπατούσε στην πόλη και προσπαθούσε να βάλει σε τάξη τις σκέψεις και τις εμπειρίες της μέρας που τελείωνε. Πολλές φορές, είναι αλήθεια, αναρωτιόταν αν αυτό είχε νόημα. Αν τάχα οι σκέψεις στο μυαλό είναι σαν ρούχα ανακατεμένα που μπορείς να τα διπλώσεις όμορφα και να τα τακτοποιήσεις. Και τι κάνεις άραγε με τις άλλες τις σκέψεις, εκείνες που, σαν ρούχα που δε σου κάνουν πια, θες να τις κλείσεις για πάντα στο συρτάρι, ή να τις δώσεις σε κάποιον που αποζητά κάτι να φορέσει; Σκέψεις και εικόνες που κάποτε σου έδιναν χαρά, μα τώρα πονάνε, ή ερωτήματα και απορίες χωρίς πιθανή απάντηση που τις τραβά το ανήσυχο μυαλό σα ρίζες σε καρπερό, βρεγμένο χώμα.

 

More Articles...

Page 1 of 2

«StartPrev12NextEnd»
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner

Your Say!

Banner

Authors

Μαριλένα Παππά Ευρυδίκη Αμανατίδου Μαρίνα Φραγκεσκίδου

 

 

 

Γεωργία Λάττα Γιάννης Λαμπράκης Μαρία Δασκαλάκη

 

 

 

Μαριάννα ΤεγογιάννηΧάρης Γαντζούδης Σώφρονας Τριμπουλέ

 

 

 

Connect!

 

 

 

 

 

 

Copyright © 2017 Deity.gr. All Rights Reserved.