Φρέσκο χιόνι

Γράφει ο Γιάννης Λαμπράκης

Περπατούσε στην πόλη και προσπαθούσε να βάλει σε τάξη τις σκέψεις και τις εμπειρίες της μέρας που τελείωνε. Πολλές φορές, είναι αλήθεια, αναρωτιόταν αν αυτό είχε νόημα. Αν τάχα οι σκέψεις στο μυαλό είναι σαν ρούχα ανακατεμένα που μπορείς να τα διπλώσεις όμορφα και να τα τακτοποιήσεις. Και τι κάνεις άραγε με τις άλλες τις σκέψεις, εκείνες που, σαν ρούχα που δε σου κάνουν πια, θες να τις κλείσεις για πάντα στο συρτάρι, ή να τις δώσεις σε κάποιον που αποζητά κάτι να φορέσει; Σκέψεις και εικόνες που κάποτε σου έδιναν χαρά, μα τώρα πονάνε, ή ερωτήματα και απορίες χωρίς πιθανή απάντηση που τις τραβά το ανήσυχο μυαλό σα ρίζες σε καρπερό, βρεγμένο χώμα.

Σφιχτά τυλιγμένος στο παλτό, με τα μακριά μαλλιά χυμένα στην πλάτη και το κασκόλ πλεχτό κόμπο, άφηνε στον αέρα μικρά σύννεφα από χνώτα που ανέβαιναν και κολλούσαν στα μεγάλα του ουρανού. Σκεφτόταν πως τα σύννεφα πάνω απ’ την πόλη είναι πιο μεγάλα και πιο βαριά γιατί το μισό τους βάρος είναι ανάσες από ανθρώπους. Ανάσες από αγχωμένο λαχάνιασμα δουλειάς ή αναστεναγμούς μοναξιάς…

Τον είχε κουράσει τούτος ο χειμώνας. Του έμοιαζε μακρύς, ατέλειωτος. Κι είχε μόνο βροχή. Σ’ αυτή την πόλη οι σταγόνες ποτέ δεν παγώνουν αρκετά να γίνουν νιφάδες. Ή κι αν γίνουν, λιώνουν μόλις τις φυσά από πάνω του το σύννεφο. Ίσως λιώνουν από τις ζεστές ανάσες που ανεβαίνουν. Θα ‘θελε πολύ να ‘βλεπε νιφάδες, φρέσκο χιόνι. Του θύμιζε τα χρόνια που ήταν μικρός κι ανέμελος στο χωριό.  Μικρό παιδί με μπουφανάκι, μάλλινα πράσινα γάντια και πολύχρωμο σκουφί. Με μυτούλα και φουσκωτά μάγουλα κόκκινα από το κρύο έφτιαχνε μεγάλες μπάλες από χιόνι και τις έβαζε ταιριαστά τη μια δίπλα στην άλλη. Έφτιαχνε την οικογένεια του χιονάνθρωπου. Θυμάται που έβγαινε στο χιονισμένο κήπο σέρνοντας μια μεγάλη τσάντα με ρούχα του μπαμπά, της μαμάς και δικά του, ένα νάυλον σακουλάκι με καρότα για μύτες και ένα κουτί με μεγάλα στρογγυλά κουμπιά για μάτια. Κι αφού έφτιαχνε την οικογένεια του χιονάνθρωπου, τους έντυνε όμορφα και ζεστά. Και πιο όμορφα το παιδί, που το έφτιαχνε περίπου στο μπόι του και το έφτανε καλύτερα. Έβαζε και ξυλαράκια για χέρια και τα έπλεκε μεταξύ τους, μια αγαπημένη οικογένεια που κρατούσε ο ένας τον άλλο.

Φτάνοντας στο πάρκο, κατηφορίζοντας ανάμεσα στα βρεγμένα πράσινα παρτέρια, του φάνηκε πως δεν ήταν μόνος. Δε γύρισε να κοιτάξει, μόνο έκοψε το βήμα. Το ίδιο κατάλαβε και πίσω του. Συνέχισε και η άγνωστη παρουσία τον ακολούθησε. Δεν άντεξε τελικά στην περιέργεια και γύρισε το κεφάλι να κοιτάξει. Ήταν ένα παιδί. Και, μα το Θεό, σάστισε σαν το είδε να ‘ναι ντυμένο με τα ρούχα που φορούσε κι αυτός όταν ήταν μικρός κι έβγαινε στο χιόνι. Το παιδί τον κοιτούσε με καλοσυνάτα γαλάζια μάτια, και μυτούλα κόκκινη απ’ το κρύο που γυάλιζε στο φως του φαναριού. «Γ…γειά σου φιλαράκο!» ψέλλισε, μα δεν πήρε απάντηση. Το παιδί τον πλησίασε αργά κι έβαλε το χέρι στην τσέπη του φουσκωτού μπουφάν. Έβγαλε από μέσα μια γυάλινη σφαίρα, απ’ αυτές που τις κουνάς και στροβιλίζεται μέσα ψεύτικο χιόνι πάνω από ένα κουκλόσπιτο. Έκανε μια φωλιά με τις δυο του χούφτες και τέντωσε τα χέρια προς το μέρος του, προσφέροντάς του τη γυάλινη σφαίρα. Εκείνος την πήρε στη δικιά του χούφτα, με τα μάτια του πάντα καρφωμένα στα μάτια του παιδιού, ως τη στιγμή που εκείνο γύρισε απότομα το κεφάλι κι άρχισε να τρέχει και να χάνεται στο σκοτάδι, με τη μαλλιαρή φούντα στο σκουφάκι του να ανεμίζει...

Απόμεινε με τη σφαίρα στο χέρι μην ξέροντας τι να κάνει. Ποιο ήταν το παιδί κι από πού ήρθε; Και γιατί του ήταν τόσο, μα τόσο γνώριμη η εικόνα που έβλεπε στην όψη του; Kάθισε γεμάτος απορία και έκπληξη στο παγκάκι αφήνοντας σύννεφα από χνώτα να ανεβαίνουν στον ουρανό. Για κάμποση ώρα κοιτούσε, μια το φανάρι και μια τη σφαίρα. Και τότε, με μια απότομη κίνηση την τίναξε στον αέρα να ανακατέψει το ψεύτικο χιόνι. Οι πλαστικές νιφάδες άρχισαν να στροβιλίζονται πάνω και γύρω από το κουκλόσπιτο. Μα καθώς κοιτούσε μαγεμένος το θέαμα στο φως του φαναριού, μια πραγματική νιφάδα ακούμπησε το γυαλί κι έλιωσε αργά σε σταγόνα που έσταξε. Και μια άλλη νιφάδα κατρακύλησε στο παλτό του, κι άλλη, κι άλλη… Και σε δύο στιγμές, αμέτρητες νιφάδες άρχισαν να πέφτουν απ’ τον ουρανό κι εκείνος έμεινε εκστατικός… Tινάχτηκε όρθιος κι άρχισε να στριφοργυρίζει με τα χέρια ανοιχτά, γελώντας και φωνάζοντας χαρούμενος. Πυκνές νιφάδες έπεφταν ασταμάτητα από τα σύννεφα και στρώνονταν απαλά στη γη, καθώς το μικρό παιδί κοιτούσε χαμογελώντας κρυμμένο πίσω από ένα δέντρο, με την κόκκινη μυτούλα του να γυαλίζει στο φως των φαναριών και τα μεγάλα γαλάζια μάτια του να αστράφτουν στο σκοτάδι…

 

 

Γιάννης Λαμπράκης


O Γιάννης Γ. Λαμπράκης γεννήθηκε τον Απρίλη του '73, στην Ιεράπετρα Κρήτης. Σπούδασε και υπηρετεί τη Φυσική, μα τον κέρδισε και η Τέχνη. Γράφει, ζωγραφίζει, χορεύει. Για την ψυχή του και για τους ανθρώπους. Κι αν τον έμαθαν να εξηγεί πως δουλεύει η Φύση, πιο πολύ τον τραβά το ανεξήγητο. Αγαπά ακόμα τα παραμύθια κι ας μην είναι πια παιδί. Θα τον βρείτε να κάνει ποδήλατο στους δρόμους του Ηρακλείου...

Επισκεφθείτε το πρσωπικό του blog.

 

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ :


Χάντρες

 

 

Αγάπησα ένα μυρμήγκι. Γράφει ο Νικόλας Σμυρνάκης.

 

 

 


Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά… ξέχασες το δικό μου!

 


Συγγνώμη

 

 

 

Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner
Banner

Your Say!

Banner

Authors

Μαριλένα Παππά Ευρυδίκη Αμανατίδου Μαρίνα Φραγκεσκίδου

 

 

 

Γεωργία Λάττα Γιάννης Λαμπράκης Μαρία Δασκαλάκη

 

 

 

Μαριάννα ΤεγογιάννηΧάρης Γαντζούδης Σώφρονας Τριμπουλέ

 

 

 

Connect!

 

 

 

 

 

 

Copyright © 2017 Deity.gr. All Rights Reserved.